Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017


😥 Πώς θα ήταν η ζωή μου στην κατοχή 😓

     Ένα βράδυ διάβαζα ένα βιβλίο που μιλούσε για τις μέρες της κατοχής. Ήταν πολύ θλιβερό. Έκλεισα τα μάτια μου και με φαντάστηκα μια κρύα μέρα του φθυνοπώρου.
     Ήμουν, θυμάμαι, ένα αδύνατο, μικροκαμωμένο κοριτσάκι, με κουρελιασμένα ρούχα και ανακατεμένα μαλλια. Στο χέρι μου κρατούσα δύο κάστανα και έτρεχα. Φαίνεται πως με κυνηγούσαν, διότι πιο πίσω ήταν ένας ψηλός, μεγάλης ηλικίας άντρας, που μου φώναζε να τα επιστρέψω. Εγώ, όμως, ετρεχα χωρίς σταματημό, μέχρι που έστριψα σε μια γωνία και με έχασε από τα μάτια του. Συνέχισα να τρέχω λίγο πιο χαλαρά, γιατί είχα λαχανιάσει. Τότε είδα ένα μικρό άνοιγμα σε έναν τοίχο ενός ερειπωμένου σπιτιού. Μπήκα μέσα κρατώντας με τα αδύναμα χέρια μου τα δυο κάστανα. Ήταν πολύ σκοτεινά. Μόνο λίγο φως έμπαινε από κάτι τρύπες στο ταβάνι. Κάθησα σε μια πέτρα για να τα φάω. Δεν είχα τελειώσει ούτε το πρώτο, μέχρι που μπήκε ένα κοριτσάκι και με κοίταζε παραξενεμένο. Ήταν, το καϊμένο, σκελετωμένο με μακριές κοτσίδες. Σίγουρα είχε μέρες να φάει. Κοίταζα μια το κοριτσάκι και μια το μοναδικό μου κάστανο. Πρόσεξα, μάλιστα, ότι κι εκείνο κοιτούσε το κάστανό μου. Άπλωσα το χέρι μου και του το έδωσα. Εκείνο μου χαμογέλασε, σαν να μου έλεγε "Ευχαριστώ". Το ρώτησα πώς το λένε. "Ειρήνη είναι το όνομά μου" είπε σχεδόν ψυθιριστά και άρχισε να τρώει το κάστανο. "Ειρήνη" αντηχούσε στο μυαλό μου εκείνη η λέξη. Αχ, πόσο καιρό είχα να την ακούσω και να είναι αλήθεια. "Πολύ ωραίο όνομα έχεις" είπα τελικά. Το κοριτσάκι σαν να δυνάμωσε κάπως με το κάστανο, διότι είπε περίφανα. "Το ξέρω! Η μαμά μου, μου το έδωσε όταν γεννήθηκα. Μου το έδωσε για να υπάρχει, τουλάχιστον, ειρήνη ανάμεσα στην οικογέννειά μας, αφού δεν υπάρχει στον κόσμο". "Και πού είναι τώρα η μαμά σου;" την ρώτησα, αλλά αμέσως το μετάνιωσα. Έσκυψε το κεφαλάκι της. "Δεν ξέρω" μου απάντησε σιγανά και έβαλε τα κλάματα. "Δεν ξέρω" ξανά 'πε. "Την έχασα πριν δυο μήνες περίπου. Μια μέρα πεινούσαμε. Πήγαμε να κλέψουμε ένα κομματάκι ψωμί, όμως μας είδε ένας Γερμανός και άρχισε να μας κυνηγάει. Έπιασε την μαμά μου. Εκείνη μου φώναξε να τρέξω πιο γρήγορα και να μην σταματήσω. Έτσι κι έκανα. Συνέχισα να τρέχω μέχρι που εξαντλήθηκε η ενέργειά μου. Σταμάτησα! Δεν ήξερα που βρισκόμουν. Κατάλαβα ότι είχα χάσει την μαμά μου για πάντα". Η Ειρήνη ξανά 'βαλε τα κλάματα. Ήταν πιο δυνατά και πιο σπαραχτικά από πριν. Ποτάμι έτρεχαν τα δάκρυά της. Μόλις σταμάτησε, συνέχισε να λέει. "Από τότε μένω εδώ και τρώω ό,τι βρω. Συνήθως ζητιανεύω στους δρόμους και όλο και λίγο ψωμί μου γίνουνε ή καμια σταφίδα". "Έλα" της είπα. "Σίγουρα πεινάς πολύ. Πάμε να βρούμε κάτι να φάμε. Τα κάστανα δεν μας χόρτασαν".
     Από τότε μέναμε και οι δύο σε εκείνο το ερειπωμένο σπίτι και ό,τι βρίσκαμε το μοιραζόμασταν. Με την Ειρήνη είμασταν σαν αδελφές. Κάναμε πολλές πλάκες σε Γερμανούς και ύστερα το βάζαμε στα πόδια. Όμως ήρθε ο Χειμώνας. Το κρύο ήταν τσουχτερό και ο κόσμος δεν είχε τίποτα για να μας δώσει. Η Ειρήνη δεν ήταν καλά. Δεν γελούσε πια και δεν έτρωγε τίποτα. Ήταν πολύ άρρωστη.
     Ξαφνικά άκουσα μια γνώριμη φωνή. "Κατερίνα! Ξύπνα! Πρέπει να πας σχολείο!" Πετάχτηκα πάνω. Ήταν η μαμά μου που μου έλεγε να σηκωθώ. Πρόσεξα ότι ακόμα κρατουσα εκείνο το θλιβερό βιβλίο στην αγκαλιά μου. Καταβάθος χαιρόμουν που θα πάω σχολείο και δεν ζούσα εκείνα τα χρονια. Χαιρόμουν που είχα πάντα κάτι να φάω, μια ντουλάπα με ρούχα, ένα σπίτι, μια οικογέννεια και υπέροχους φίλους. Ξαφνικά συνηδιτοποίησα πόσα είχα και δεν το είχα καταλάβει. Πρώτη φορά ετοιμάστηκα με τόση όρεξη για να πάω σχολειο και ας γράφαμε διαγώνισμα.


                                                           Κατερίνα Παπαλέξη
                                                                            Α'4 😞😞

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Αποκωδικοποιόντας τον "Πιστό Φίλο"

Στην ιστορία ο πιστός φίλος ο Όσκαρ Ουαιλντ αναδεικνύει , με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο , ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει την κοινωνία και την εποχή μας . Τη κατάχρηση και την εκμετάλλευση από την εξουσία των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων . Ο μυλωνάς αντιπροσωπεύει μια κοινωνική ομάδα , που κατέχει δύναμη και εξουσία και για αυτό εκμεταλλεύεται τους λιγότερο οικονομικά ισχυρούς , για το δικό της συμφέρον. Από την άλλη πλευρά ο μικρούλης Χανς αντιπροσωπεύει την κοινωνική ομάδα που εκμεταλλεύονται οι οικονομικά ισχυροί , γιατί ακριβώς δεν έχει τόση οικονομική και κοινωνική δύναμη . Δυστυχώς αυτή η ομάδα που αποτελεί και την πλειονότητα του πληθυσμού , δεν αντιδρά και δεν βάζει εμπόδια απέναντι στην εκμετάλλευση που της ασκείται . Αυτή η παθητική στάση οφείλεται στο γεγονός ότι η εξουσία παρασύρει και "μαγεύει"  τον λαό με τα ψέματά της και την φιλική της στάση απέναντί του , δίνοντάς του μια κρυφή ελπίδα πως αν συνεχίσει να υπακούει και να μην αντιδρά σε αυτά που του υποβάλλονται θα τον ωφελήσει στο μέλλον . Στην πραγματικότητα όμως ο μόνος που κερδίζει από τέτοιου είδους σχέσεις είναι η εξουσία. Για να σταματήσει η εκμετάλλευση θα πρέπει όλοι εμείς οι μικρούληδες Χανς να μην είμαστε ευκολόπιστοι και να πάψουμε να έχουμε παθητική στάση.

     Άννα Κουρούκλη , Α4΄