Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017


Το σχολειο στα χρονια της γιαγιας μου

     Η γιαγιά μου μεγάλωσε στη Μάρπησσα της Πάρου. Εκεί υπήρχε ένα Δημοτικό σχολείο. Σε κάθε περιοχή της Πάρου υπήρχε τουλάχιστον ένα Δημοτικό και υπήρχε ένα μοναδικό Γυμνάσιο στην προτεύουσα.
     Τα μαθήματα που είχαν δεν ήταν τόσα όσα τα δικά μας σήμερα. Είχαν Γραμματική, Μαθηματικά, Έκθεση, Ιατορία, Φυσική, Μουσική και Γυμναστική. Επίσης κάνανε συγχνά επιδείξεις, γιορτές, και πήγαιναν πολλές εκδρομές.
     Οι δάσκαλοι δεν ήταν τόσο αυστηροί. Τουλάχιστον όχι τόσο όσο φαινόνταν. Ο μόνος λόγος που τα παιδιά τους φοβόνταν ήταν η βέργα. Η βέργα ήταν ένα μακρύ ραυδί που το χρησιμοποιούσαν οι δάσκαλοι για να χτυπούν τα παιδιά όταν δεν ήταν φρόνιμα. Στον τοίχο υπήρχε μόνο πίνακας με κιμωλία και όχι με μαρκαδόρους όπως σήμερα. Τα παιδια γράφανε με πένες και μολύβια αφού δεν υπήρχαν τότε στυλό. Μια ακόμη διαφορά είναι τα ατομικά πινακάκια που είχε το κάθε παιδί. Ήταν ένα πινακάκι, σε μέγεθος ενός κλειστού βιβλίου περίπου, που γράφανε με κιμωλία. Το χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για πρόχειρο, αφού το χαρτί ήταν λιγότερο και ακριβότερο και δεν το είχαν σε αφθονία όπως τώρα. Βασική διαφορά είναι ότι τα παιδιά δεν φορούσαν ό,τι ήθελαν, αλλά υπήρχαν οι ποδιές που με αυτές ήταν υποχρεωμενα να πηγαίνουν κάθε μέρα στο σχολείο. Μέχρι και σήμερα τα παιδιά είναι πολύ πειραχτήρια και έχουν το συνήθιο να βγάζουν σε κάποιους παρατσούκλια για να γελάσουν ή να πειράξουν τον άλλο. Τότε το κάθε παιδί είχε το παρατσούκλι του, που του το έβγαζαν οι φίλοι του ανάλογα με την εμφάνιση του ή κάποιο ελάττωμα ή χάρισμα που μπορεί να είχε. Ακόμα και οι δάσκαλοι τα φώναζαν με το παρατσούκλι του καθενός. Τα ονόματα που έβρισκαν ήταν κυρίως ζώα, όπως μπακαλιάρος, σουπιά, καλαμαράκι και άλλα.
     Οι διαφορές δεν ήταν και τόσο πολλές αλλά ήταν αρκετές για να έχουν τα παιδιά διαφορετική ψυχολογία και συμπεριφορά από τα σημερινά παιδιά.

                                                                    Κατερίνα Παπαλέξη
                                                                                             Α4

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Μια μέρα στο ναζιστικό καθεστώς
 Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, σκεφτόμουν εκείνο το μικρό κορίτσι, το Εβραιόπουλο, που ο γερμανός στρατιώτης τράβαγε με μανία, για να το βάλει στο φορτηγό του και να το πάει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά της τα μάτια, μάτια που αναζητούσαν λίγη ανθρωπιά, μάτια που είχε κυριέυσει ο φόβος και η αγωνία, αθώα μα χωρίς ελπίδα. Μερικές φορές σκέφτομαι πως είμαι έστω και λίγο τυχερή μέσα στην ατυχία μου, αφού δεν είμαι Εβραιοπούλα.
Το πρωί ήταν σαν όλα τα άλλα πρωινά. Σηκώθηκα από τα ξερόχορτα, που αποτελούν ένα είδος στρώματος για μένα και αντίκρυσα για άλλη μια φορά το ίδιο χάος και την ίδια φρίκη. Ο ουρανός σκοτεινός και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, μολυσμένη από τους καπνούς και τις φωτιές. Έχω να δω τον λαμπερό ήλιο από τότε που άρχισε ο πόλεμος. Αυτός ο ήλιος που φωτίζει όλη την πλάση και δίνει ελπίδα στις καρδιές των ανθρώπων, αφού τους κάνει να συνειδητοποιούν πως μέσα σε αυτόν τον άσχημο κόσμο υπάρχει κάτι ωραίο. Έχω να δω την ελπίδα μέσα μου, αλλά και στα μάτια των ανθρώπων γύρω μου από τότε που άρχισε ο πόλεμος.
Το άλλοτε πλούσιο πρωινό που μου έφτιαχνε η μητέρα μου έχει τώρα αντικατασταθεί από ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Ο μισθός μου, για την πολύωρη και σκληρή δουλειά στο εργοστάσιο κατασκευής όπλων. Εκεί όπου περνάω το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας κατασκευάζοντας, υποχρεωτικά, όπλα για τους γερμανούς. Ώρες, ώρες, σκέφτομαι να πάρω όλα αυτά τα όπλα και να τα κρύψω κάπου που δεν θα μπορέσουν ποτέ να τα βρουν και να σταματήσει πια αυτό που λέγεται πόλεμος, να σταματήσει  ο κόσμος να πονάει και να θρηνεί, να δω χαμόγελα και ελπίδα σχηματισμένη στα πρόσωπα των ανθρώπων. Ελπίδα, λέξη ως τώρα ξεχασμένη από καιρό. Άλλες φορές πάλι φαντάζομαι αν θα μπορούσα να μετατρέψω όλα αυτά τα όπλα σε λουλούδια, να τα δίνω στους στρατιώτες και εκείνοι με την σειρά τους να τα προσφέρουν στο κόσμο και έτσι να διαδοθεί το χαρμόσυνο μήνυμα της ειρήνης και μια νέα μέρα να λάμψει. Μα όλα αυτά δυστυχώς είναι τόσο ωραία για να είναι αληθινά και ο πόλεμος τόσο σκληρός για να έχει κανείς τέτοιες προσδοκίες.
Αμέσως μετά το πρωινό πήγα στο εργοστάσιο και δούλευα κάνοντας όνειρα, για το πως θα ήταν αυτός ο κόσμος καλύτερος και η ιδέα ότι τα λουλούδια μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις σφαίρες, έκανε την καρδιά μου να ηρεμήσει και ένα αίσθημα χαράς να με γεμίσει. Τα μαγικά όνειρά μου όμως διέκοψε μια άγρια, ναζιστική φωνή, όταν ο επιθεωρητής διέκρινε πως, αφηρημένη και παραδομένη στα όνειρά μου, είχα κάνει λάθος στην συναρμολόγηση. Τότε πρόφερε αυτή τη τεράστια φράση, που ακόμα και αν κάποιος δεν γνωρίζει γερμανικά, αλλά δουλεύει στο εργοστάσιο , ξέρει πολύ καλά. Τη φράση που σου πρόσθετε επιπλέον ώρες εργασίας, σου πολλαπλασίαζε τις αγγαρείες και δεν σου έδινε το ξεροκόμματο ψωμί ως ανταμοιβή. Πάντα όμως αυτή η φοβερή φράση συνοδευόταν από ένα δυνατό χαστούκι και μια βρισιά, που ποτέ δεν κατάλαβα τι σημαίνει. Παρ' όλα αυτά ένοιωσα τυχερή που δεν με είχε σκοτώσει. Φαίνετε θα με είχε λυπηθεί, ένα αστείο, αφού οι γερμανοί δεν έχουν ψυχή, μόνο όπλα κανείς του δεν λυπάται κανένα από εμάς.
 Έτσι το βράδυ, μετά από τη δουλειά, γύρισα στο σπίτι εξαθλιωμένη, ανήμπορη και πεινασμένη, μα πάνω από όλα θυμωμένη με τον εαυτό μου, που τον άφησα να ονειρευτεί, γιατί σαν παιδί και εγώ ήθελα να ονειρευτώ, να φύγω μακριά από την φρικτή πραγματικότητα και αν ταξιδέψω σε κόσμους μαγικούς και απίθανους. Τότε σκεφτόμουν πως αν δεν ονειρευόμουν δεν θα πεινούσα τις επόμενες μέρες και ίσως δεν θα υπέφερα. Μια δεύτερη σκέψη όμως με διαβεβαίωσε πως το μόνο πράγμα που μου μένει να κάνω είναι να ονειρεύομαι, εξάλλου την κακουχία και τις στερήσεις τις είχα συνηθίσει. Τότε ξάπλωσα στα ξερόχορτά μου και ένας γλυκός ύπνος με πήρε, γεμάτος όνειρα και ελπίδα.



Άννα Κουρούκλη, Α4΄