Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

                          Το δικό μου τέλος  στην ιστορία του Κωνσταντή

…Έτσι πήρε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι της, η κυρία Δέσποινα. Τα πόδια της έκαναν μικρά, αλλά γρήγορα βήματα. Το ένα της χέρι κρατούσε τη λαμπάδα της, αναμμένη, και με το άλλο προστάτευε τη φλόγα. Δεν ήθελε να σβήσει η λαμπάδα της, ήθελε να φτάσει γρήγορα στο σπίτι της μεταφέροντας το Άγιο Φως.
Ο δρόμος της φάνηκε μακρύς και η αγωνία της ήταν μεγάλη. Το αγόρι, ο Κωνσταντής δεν έβγαινε από το μυαλό της.
     Όταν επιτέλους έφτασε, έβαλε τα κλειδιά στην πόρτα, ξεκλείδωσε και πρώτα έριξε το βλέμμα της στον καναπέ. Ο Κωνσταντής, κοιμόταν σαν πουλάκι. Ανακουφίστηκε. Έκανε ένα μεγάλο σταυρό με τον καπνό της λαμπάδας στην είσοδο του σπιτιού της, άναψε το καντηλάκι της με το Άγιο Φως κι άρχισε να στρώνει το τραπέζι .Έβαλε όλα τα καλά του κόσμου: τα κόκκινα αυγά, τα τσουρέκια, τη μαγειρίτσα  που άχνιζε…
     Μετά άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά του Κωνσταντή για να τον ξυπνήσει.
     Τα μάτια του άνοιξαν και για λίγο κοιτούσαν αμήχανα. Δεν θυμόταν που βρισκόταν και ο φόβος ήταν έντονος. Πετάχτηκε όρθιος και τότε η κυρία Δέσποινα του είπε:
      -Ησύχασε, είμαι η κυρία  Δέσποινα.  <<Χριστός Ανέστη!>>. Θα φάμε μαζί και θα μείνεις μαζί μου μέχρι να βρούμε τους γονείς σου.
     Τα μάτια του Κωνσταντή άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Έσκυψε και φίλησε τα χέρια της κυρίας Δέσποινας. Την ευχαριστούσε συνέχεια… και τότε αυτή του είπε: <<Ας φάμε τώρα, αύριο είναι μια καινούρια μέρα >>.
      Έφαγαν, τσούγκρισαν τα αυγά, γέλασαν και  τραγούδησαν σαν πραγματική οικογένεια. Ο  Κωνσταντής  πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, βρήκε μια σπιτική ζεστασιά.  Ήταν τόσο ζεστός, χορτασμένος και χαρούμενος, που ένιωθε ευτυχισμένος.
      Κοιτούσε την κυρία Δέσποινα, όπως θα κοιτούσε τη μαμά του και η κυρία Δέσποινα τον κοιτούσε, όπως θα κοιτούσε τον εγγονό της, τον Αντωνάκη.
      Και οι δύο τους ήταν ευτυχισμένοι, ο ένας είχε τον άλλον και στα  πρόσωπά τους είχαν δύο μεγάλα χαμόγελα.

Σαρβάνης Στέργιος, Τμήμα Α4 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου