Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

…Ο Βάνκας,  Άντον  Τσέχωφ.

  H δική μου συνέχεια  της  ιστορίας.

               …Ο παππούς σηκώθηκε απότομα,χτύπησε τη ροκάνα του κι  άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω στο πατάρι.Έσφιξε τα δόντια του,σούφρωσε τα φρύδια του και μουρμούριζε χωρίς να τον καταλαβαίνει κανείς.Ο Χέλης,δίπλα του κουνούσε συνέχεια την ουρά του.
               Ξαφνικά,ο παππούς,κατέβηκε γρήγορα από το πατάρι.Πίσω του έτρεχε και ο Χέλης.
               Φόρεσε το ολόμαλλο παλτό του και βγήκε από το σπίτι.Σχεδόν τρέχοντας έφτασε στο σταθμό του τρένου και πήγε να αγοράσει εισητήριο για τη Μόσχα.
               Το τρένο ξεκινούσε σε μία ώρα.Έτσι ο παππούς κάθισε στο παγκάκι και τότε μόνο κατάλαβε ότι τον ακολούθησε ο Χέλης και τον έστειλε πίσω στο σπίτι.
               Το ταξίδι κράτησε δύο ολόκληρες μέρες.Ο παππούς δεν έκλεισε μάτι.Σκεφτόταν συνέχεια τον Βάνκα.
               Μόλις έφτασε στη Μόσχα πήγε στο τσαγκαράδικο του Αλιάχιν.
               Μία χτυπούσε την ροκάνα του και μία την πόρτα κι έλεγε:<<Θα ανοίξεις την πόρτα;>>.
               Ο Βάνκας  πετάχτηκε  από το  κρεβάτι του κι έτρεξε στην πόρτα.Όταν την άνοιξε είδε το αφεντικό που επέστρεψε από τον όρθρο.
                Η απογοήτευση του ήταν μεγάλη.Τα μάτια του βούρκωσαν και το μόνο  που είπε ψιθυριστά ήταν: <<Όνειρο ήταν!>>.                                                                                                                                                               
   
 

                                                                             Στέργιος  Σαρβάνης, Τμήμα Α4

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου