Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

“Ενας κόσμος ανάποδα”, Eντουάρντο Γκαλεάνο




 Κύκλος  - Το σχολείο του κόσμου απ’ την ανάποδη, Σελίδες 19- 29,  – Μάθημα 2ο
 “Οι μαθητές”

Μέρα με τη μέρα, τα παιδιά στερούνται το δικαίωμα να είναι παιδιά. Η πραγματικότητα, που περιγελά αυτό το δικαίωμα, επιβάλλει τα διδάγματά της στην καθημερινή ζωή. Η κοινωνία μεταχειρίζεται τα παιδιά των πλουσίων σαν να είναι χρήμα, ώστε κι εκείνα σιγά σιγά να συνηθίζουν να δρουν σαν το χρήμα. Η κοινωνία μεταχειρίζεται τα παιδιά των φτωχών σαν να είναι σκουπίδια, ώστε να τα μετατρέψει σιγά σιγά σε σκουπίδια. Και τα παιδιά της μεσαίας τάξης, τα παιδιά που δεν είναι ούτε πλούσια ούτε φτωχά, η κοινωνία τα κρατάει δεμένα στο πόδι της τηλεόρασης, ώστε από πολύ νωρίς να αποδεχτούν, σαν κάτι το αναπότρεπτο, μια ζωή φυλακισμένη. Πολλή μαγεία και πολλή τύχη έχουν στη ζωή τους τα παιδιά που εξακολουθούν να παραμένουν παιδιά.
Οι πάνω, οι κάτω και οι μεσαίοι
  Στον ωκεανό των μη προνομιούχων δεσπόζουν τα νησιά των προνομιούχων. Πολυτελή στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου ισχυροί συναντιούνται με ισχυρούς και όπου δεν είναι δυνατόν ούτε για μια στιγμή να ξεχάσουν ότι είναι ισχυροί. Σε ορισμένες μεγαλουπόλεις της Λατινικής Αμερικής, οι απαγωγές έχουν γίνει συνήθεια και τα παιδιά των πλουσίων μεγαλώνουν παγιδευμένα στο φόβο. Κατοικούν σε οχυρωμένα αρχοντικά, σε μεγάλα σπίτια ή συνοικίες που τα περιβάλλουν ηλεκτροφόρα σύρματα και τα επιτηρούν ένοπλοι φύλακες. Τα προστατεύουν, μέρα νύχτα, σωματοφύλακες ή κάμερες από τα κλειστά κυκλώματα ασφαλείας. Τα παιδιά των πλουσίων ταξιδεύουν όπως το χρήμα, μέσα σε θωρακισμένα αυτοκίνητα. Την πόλη τους δεν τη γνωρίζουν παρά μόνο εξ όψεως. Ανακαλύπτουν το μετρό στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη, αλλά δεν το χρησιμοποιούν ποτέ στο Σάο Πάουλο ή στην Πόλη του Μεξικού.
Δε ζουν στην πόλη όπου κατοικούν. Γι’ αυτά τα παιδιά η απέραντη κόλαση που περικλείει το μικροσκοπικό ιδιωτικό τους παράδεισο είναι απαγορευμένη. Πέρα από τα σύνορα εκτείνεται μια περιοχή τρόμου όπου οι άνθρωποι είναι πολλοί, άσχημοι, βρώμικοι και φθονεροί. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης τα παιδιά δεν χωρούν πλέον πουθενά· και μάλιστα εκείνα που καταλαμβάνουν πραγματικά το μικρότερο χώρο είναι τα παιδιά που έχουν τα περισσότερα πράγματα: μεγαλώνουν χωρίς ρίζες, χωρίς πολιτισμική ταυτότητα και χωρίς καμία άλλη κοινωνική αίσθηση παρά μόνο τη βεβαιότητα ότι η πραγματικότητα είναι επικίνδυνη. Πατρίδα τους είναι οι διεθνούς φήμης μάρκες, που κάνουν τα ρούχα τους και ό,τι άλλο χρησιμοποιούν να ξεχωρίζει, και γλώσσα τους είναι οι διεθνείς ηλεκτρονικοί κώδικες. Στις πιο διαφορετικές πόλεις του κόσμου, στα πιο απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, τα παιδιά των προνομιούχων μοιάζουν μεταξύ τους, έχουν τις ίδιες συνήθειες και τις ίδιες επιθυμίες, όπως μοιάζουν μεταξύ τους τα shoppingcenters και τα αεροδρόμια, που είναι όλα εκτός τόπου και χρόνου.
Ειδήμονες της εικονικής πραγματικότητας, τα πλούσια παιδιά, έχουν πλήρη άγνοια της υπαρκτής πραγματικότητας, η οποία υπάρχει μόνο για να τη φοβούνται ή να την αγοράζουν.

Παιδικός κόσμος

Όταν διασχίζετε το δρόμο πρέπει να προσέχετε πολύ, εξηγούσε σε μια ομάδα μαθητών ο Κολομβιανός εκπαιδευτικός Γκουστάβο Γουίλτσες.
-Ακόμα κι αν το φανάρι είναι πράσσινο, ποτέ να μην περνάτε το δρόμο χωρίς να κοιτάξετε πρώτα δεξιά αριστερά.
Ο Γουίλτσες διηγήθηκε στα παιδιά ότι κάποτε τον είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο και τον είχε αφήσει πεσμένο μέσα στη μέση του δρόμου. Ξαναζώντας την τραγωδία που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή, ο Γουίλτσε σκυθρώπιασε. Τα παιδιά όμως άρχισαν τις ερωτήσεις:
-Τι μάρκα ήταν το αυτοκίνητο, κύριε; Είχε κλιματισμό; Είχε ανοιγόμενη σκεπή; Είχε φανούς ομίχλης; Πόσους κυλίνδρους είχε ο κινητήρας του;

Βιτρίνες

Παιχνίδια για αγόρια: κουκλάκια Ράμπο, Ρόμποκοπ, Νίντζα, Μπάτμαν, τέρατα, μυδράλια, πιστόλια, τανκς, αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, καμιόνια, αεροπλάνα, διαστημόπλοια.
 Παιχνίδια για κορίτσια: κούκλες Μπάρμπι, Χάιντι, σιδερώστρες, κουζίνες, αποχυμωτές, πλυντήρια ρούχων, τηλεοράσεις, μωρά, κούνιες, μπιμπερό, κραγιόν για τα χείλη, μπικουτί, ρουζ, καθρέφτες.
Fastfood, fastcars, fastlife: από τη στιγμή που θα γεννηθούν, τα πλούσια παιδιά εκπαιδεύονται στην κατανάλωση και τη ματαιότητα και περνούν τα παιδικά τους χρόνια με την πεποίθηση ότι οι μηχανές είναι περισσότερο άξιες της εμπιστοσύνης τους από τους ανθρώπους. Όταν φτάσει η ώρα της μύησής τους, θα πάρουν την πανίσχυρη πανοπλία τους, με κίνηση στους τέσσερις τροχούς. Περιμένοντας όμως αυτή τη στιγμή, ξεχύνονται με υπερβολική ταχύτητα στις λεωφόρους της κυβερνητικής και επιβεβαιώνουν την ταυτότητά τους καταβροχθίζοντας εικόνες και εμπορεύματα, κάνοντας zapping καιshopping. Τα κυβερνοπαιδιά σερφάρουν στον κυβερνοχώρο με την ίδια άνεση που σεργιανίζουν στους δρόμους των πόλεων τα εγκαταλελειμμένα παιδιά.
Πολύ πριν τα παιδιά των πλουσίων πάψουν να είναι παιδιά, και ανακαλύψουν τα ακριβά ναρκωτικά με τα οποία θα ξεγελούν τη μοναξιά τους και θα συγκαλύπτουν τους φόβους τους, τα φτωχά παιδιά έχουν ήδη αρχίσει να σνιφάρουν κόλλα. Ενώ τα πλούσια παιδιά παίζουν πόλεμο με σφαίρες από ακτίνες λέιζερ, οι σφαίρες από μολύβι απειλούν τα παιδιά των δρόμων.
Στη Λατινική Αμερική τα παιδιά και οι έφηβοι συνιστούν περίπου το μισό του συνολικού πληθυσμού. Το μισό αυτού του μισού ζει μες στη μιζέρια. Επιζώντες: στη Λατινική Αμερική πεθαίνουν εκατό παιδιά την ώρα, από πείνα ή από ιάσιμες ασθένειες και, παρ’ όλα αυτά, ο αριθμός των φτωχών παιδιών, τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο, συνεχώς αυξάνεται σ’ αυτή τη γωνιά του κόσμου που παράγει φτωχούς αλλά απαγορεύει τη φτώχεια. Η πλειοψηφία των φτωχών είναι παιδιά· και η πλειοψηφία των παιδιών είναι φτωχά. Από όλους τους ομήρους του συστήματος, τα φτωχά παιδιά είναι εκείνα που περνούν χειρότερα. Η κοινωνία τα εκμεταλλεύεται, τα επιτηρεί, τα τιμωρεί και καμιά φορά τα σκοτώνει: σπάνια τα ακούει, ποτέ δεν τα καταλαβαίνει.
Αυτά τα παιδιά, με γονείς που είτε τα βγάζουν πέρα με μικροληστείες είτε δε δουλεύουν και δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, είναι υποχρεωμένα να ζουν, από πολύ νωρίς, κάνοντας οποιαδήποτε περιστασιακή εργασία και να ξεθεώνονται στη δουλειά με αντάλλαγμα ένα κομμάτι ψωμί ή κάτι παραπάνω, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Μόλις μάθουν να περπατούν, μαθαίνουν ποια είναι η ανταμοιβή των φρόνιμων φτωχών: αγόρια και κορίτσια γίνονται τα δωρεάν εργατικά χέρια των βιοτεχνιών, των καταστημάτων και των οικογενειακών επιχειρήσεων ή τα πάμφθηνα εργατικά χέρια των εξαγωγικών βιομηχανιών που κατασκευάζουν αθλητικά ρούχα για λογαριασμό των μεγάλων πολυεθνικών εταιριών. Κάνουν αγροτικές δουλειές, δουλειές του ποδαριού στην πόλη ή δουλεύουν στο σπίτι, στην υπηρεσία όποιου προστάζει. Σκλαβάκια της οικογενειακής οικονομίας, ή του άτυπου τομέα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, καταλαμβάνουν το χαμηλότερο σκαλοπάτι στην κλίμακα του ενεργού πληθυσμού που υπηρετεί την παγκόσμια αγορά:
  • Στις χωματερές της Πόλης του Μεξικού, στη Μανίλα ή στο Λάγκος, μαζεύουν γυαλιά, κονσερβοκούτια και χαρτιά, και μοιράζονται τα αποφάγια με τα όρνια
     
  • καταδύονται στη θάλασσα της Ιάβας, ψάχνοντας για μαργαριτάρια
     
  • ψάχνουν για διαμάντια στα ορυχεία του Κογκό
     
  • λόγω του μικρού μεγέθους τους κάνουν τους τυφλοπόντικες μέσα στις στοές των ορυχείων του Περού και, όταν τα πνευμόνια τους δεν αντέχουν πια, υπάρχει μια θέση γι’ αυτά στα παράνομα νεκροταφεία
     
  • μαζεύουν καφέ στην Κολομβία και την Τανζανία και δηλητηριάζονται από τα φυτοφάρμακα
     
  • δηλητηριάζονται από τα φυτοφάρμακα στις βαμβακοφυτείες της Γουατεμάλας και τις μπανανοφυτείες της Ονδούρας
     
  • στη Μαλαισία μαζεύουν το γάλα από τα καουτσουκόδεντρα και το ωράριό τους αρχίζει νύχτα και τελειώνει νύχτα
  • στη Βιρμανία δουλεύουν στις γραμμές του σιδηρόδρομου
     
  • στη Βόρεια Ινδία λιώνουν μες στους φούρνους του γυαλιού και στη Νότια μες στους φούρνους των τούβλων
     
  • στο Μπαγκλαντές κάνουν περισσότερες από τριακόσιες διαφορετικές δουλειές, για ένα μεροκάματο που κυμαίνεται μεταξύ του τίποτα και του σχεδόν τίποτα και δεν τελειώνει ποτέ
  • τρέχουν σε αγώνες με καμήλες για τους Άραβες εμίρηδες και γίνονται έφιπποι βοσκοί στα αγροκτήματα του Ρίο ντε Λα Πλάτα
     
  • στο Πορτ –ο- Πρενς, στο Κολόμπο, στη Τζακάρτα ή στο Ρεσίφε σερβίρουν το τραπέζι του αφεντικού με αντάλλαγμα το δικαίωμα να τρώνε ότι πέφτει κάτω
     
  • πουλούν φρούτα στις αγορές της Μπογκοτά και τσίκλες στα λεωφορεία του Σάο Πάουλο
     
  • καθαρίζουν παρμπρίζ στις γωνιές των δρόμων της Λίμας, του Κίτο ή του Σαν Σαλβαδόρ
     
  • λουστράρουν παπούτσια στους δρόμους του Καράκας ή της Γκουαναχουάτο
     
  • ράβουν ρούχα στη Ταϋλάνδη και παπούτσια ποδοσφαίρου στο Βιετνάμ
     
  • ράβουν μπάλες ποδοσφαίρου στο Πακιστάν και του μπέιζμπολ στην Ονδούρα και στην Αϊτή
     
  • για να πληρώσουν τα χρέη των γονιών τους μαζεύουν τσάι ή καπνά στις φυτείες της Σρι Λάνκα και θερίζουν γιασεμί στην Αίγυπτο, με προορισμό την γαλλική αρωματοποιία
     
  • τα νοικιάζουν οι γονείς τους για να υφαίνουν χαλιά στο Ιράν, το Νεπάλ και την Ινδία. Αρχίζουν δουλειά πριν το χάραμα και τελειώνουν περασμένα μεσάνυχτα και την ώρα της αγοροπωλησίας ρωτούν: «Εσείς είστε το καινούργιο αφεντικό μου;»
     
  • τα πουλούν οι γονείς τους, προς εκατό δολάρια, στο Σουδάν για να προσφέρουν σεξουαλικές υπηρεσίες ή για οποιαδήποτε άλλη δουλειά.

    Η φυγή / 1

Συζητώντας με ένα σμήνος παιδιά του δρόμου, από αυτά που σκαρφαλώνουν στα λεωφορεία της Πόλης του Μεξικού, η δημοσιογράφος Κατερίνα Αβιλές τα ρώτησε για τα ναρκωτικά.
-Αισθάνομαι πολύ όμορφα, ξεφεύγω από τα προβλήματα – είπε ένα παιδί.
-Όταν ξαναγυρίζω στην πραγματικότητα – είπε - , νιώθω φυλακισμένος σαν πουλάκι
Οι φύλακες και τα σκυλιά της εταιρίας Central Camionera del Norte συνήθως καταδιώκουν αυτά τα παιδιά. Ο γενικός διευθυντής της εταιρίας δήλωσε στη δημοσιογράφο: -Δε θέλουμε να πεθάνουν επειδή, κατά κάποιο τρόπο, κι αυτά άνθρωποι είναι.
Ο στρατός, σε ορισμένα μέρη της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής, στρατολογεί δια της βίας παιδιά. Στους πολέμους τα στρατιωτάκια δουλεύουν σκοτώνοντας και κυρίως δουλεύουν πεθαίνοντας: τα μισά από τα θύματα των πρόσφατων αφρικανικών πολέμων ήταν στρατιώτες παιδιά. Με εξαίρεση τον πόλεμο που είναι αντρικό ζήτημα, σύμφωνα με όσα λέει η παράδοση και όσα διδάσκει η πραγματικότητα, σχεδόν σε όλες τις άλλες δουλειές τα χέρια των κοριτσιών αποδεικνύονται το ίδιο χρήσιμα με τα χέρια των αγοριών. Η αγορά εργασίας όμως αναπαράγει και στα κορίτσια την ίδια σεξιστική διάκριση που συνήθως κάνει στις γυναίκες: τα κορίτσια πάντα παίρνουν λιγότερα από τα ελάχιστα χρήματα που κερδίζουν τα αγόρια, όταν κερδίζουν κάτι.

Η φυγή / 2

Στους δρόμους του Μεξικού ένα κορίτσι σνιφάρει τολουόλη, διαλυτικά, κόλλα και ό,τι άλλο βρει. Μόλις περάσει το δυνατό τρέμουλο, διηγείται:
-Είχα παραισθήσεις με το Διάβολο. Είδα ότι είχε μπει μέσα μου ο Διάβολος και τότε, απ! Στάθηκα στην ακρούλα και πήγαινα να πετάξω, οκτώ πατώματα ήταν τι κτίριο κι εγώ πήγαινα να πετάξω, τότε όμως έφυγε η παραίσθηση και βγήκε ο Διάβολος από μέσα μου. Μια από τις παραισθήσεις που μου είχε αρέσει περισσότερο ήταν όταν μου εμφανίστηκε η Παρθένος της Γουαδελούπης. Δύο φορές είχα αυτή την παραίσθηση.
Η πορνεία είναι η αδυσώπητη μοίρα πολλών κοριτσιών και, σε μικρότερο βαθμό, πολλών αγοριών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όσο απίθανο και να φαίνεται, υπολογίζεται ότι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες παιδιά εκδίδονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με την έκθεση της UNICEF για το 1997. Η τεράστια πλειοψηφία όμως των παιδικών θυμάτων του εμπορίου λευκής σαρκός δουλεύει στα πορνεία και στους δρόμους του Νότου. Αυτή η πολυεκατομμυριούχος βιομηχανία, αυτό το ευρύτατο δίκτυο από εμπόρους ναρκωτικών, μεσολαβητές, τουριστικά γραφεία και προαγωγούς, κινείται και δουλεύει με σκανδαλώδη ατιμωρησία. Στη Λατινική Αμερική η παιδική πορνεία δεν είναι κάτι το καινούργιο: υπάρχει από το 1536, όταν άνοιξε ο πρώτος οίκος ανοχής στο Πουέρτο Ρίκο. Σήμερα μισό εκατομμύριο κοριτσάκια της Βραζιλίας δουλεύουν πουλώντας το κορμί τους, προς όφελος των ενηλίκων που τα εκμεταλλεύονται: άλλα τόσα στην Ταϋλάνδη και κάπως περισσότερα στην Ινδία. Σε ορισμένες πλαζ της θάλασσας της Καραϊβικής, η ακμάζουσα βιομηχανία του σεξουαλικού τουρισμού προσφέρει παρθένα κορίτσια σε όποιον μπορεί να τα πληρώσει. Κάθε χρόνο αυξάνεται ο αριθμός των κοριτσιών που ρίχνονται στην καταναλωτική αγορά: σύμφωνα με τις εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, κάθε χρόνο προστίθεται τουλάχιστον ένα εκατομμύριο κορίτσια στην παγκόσμια αγορά των κορμιών.
Αμέτρητα είναι τα φτωχά παιδιά που δουλεύουν, στο σπίτι τους ή έξω, για την οικογένειά τους ή για οποιονδήποτε άλλον. Τα περισσότερα δουλεύουν παράνομα και δεν αναφέρονται στις στατιστικές.
Και τα υπόλοιπα φτωχά παιδιά; Τα υπόλοιπα περισσεύουν. Η αγορά δεν τα χρειάζεται, δεν θα τα χρειαστεί ποτέ. Δεν είναι αποδοτικά, ποτέ δε θα είναι. Κατά της άποψη της καθεστηκυίας τάξης αυτά τα παιδιά στην αρχή κλέβουν τον αέρα που αναπνέουν και στη συνέχεια κλέβουν ό,τι βρουν. Το ταξίδι τους από την κούνια στον τάφο συνήθως το διακόπτει η πείνα ή οι σφαίρες. Το ίδιο παραγωγικό σύστημα που περιφρονεί τους γέρους, φοβάται τα παιδιά. Τα γηρατειά είναι αποτυχία, η παιδική ηλικία απειλή. Ολοένα και περισσότερα παιδιά του περιθωρίου γεννιούνται με ροπή προς το έγκλημα, σύμφωνα με τα λεγόμενα κάποιων ειδικών. Τα παιδιά αυτά αποτελούν το πιο απειλητικό κομμάτι του πλεονάζοντος πληθυσμού. Το παιδί ως δημόσια απειλή, και η αντικοινωνική συμπεριφορά των ανηλίκων στην Αμερική, είναι το θέμα που απασχολεί τα Παναμερικάνικα Συνέδρια για το Παιδί εδώ και μερικά χρόνια. Όλα τα παιδιά που έρχονται από την επαρχία στην πόλη, και γενικότερα όλα τα φτωχά παιδιά, έχουν μια συμπεριφορά εν δυνάμει αντικοινωνική, προειδοποιούν από το 1963 τα Συνέδρια. Οι κυβερνήσεις και ορισμένοι ειδήμονες στο θέμα μοιράζονται την ιδεοληψία ότι τα παιδιά πάσχουν από την αρρώστια της βίας και ότι ρέπουν προς την διαστροφή και τον όλεθρο. Κάθε παιδί κρύβει μέσα του ένα μικρό φαινόμενο El niño, γι’ αυτό πρέπει απαραιτήτως να προλαμβάνουμε την καταστροφή που μπορεί να προκαλέσει. Στο Πρώτο Αστυνομικό Συνέδριο της Νοτίου Αμερικής, που έγινε στο Μοντεβιδέο το 1979, η αστυνομία της Κολομβίας εξήγησε ότι «η καθημερινή αύξηση του πληθυσμού κάτω των δεκαοκτώ ετών, μας οδηγεί στο να εκτιμήσουμε ότι αυξάνεται το ποσοστό της ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ». (Τα κεφαλαία από το αυθεντικό έγγραφο.)
Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η ηγεμονία της αγοράς σπάει τους δεσμούς αλληλεγγύης και διαλύει τον ιστό της κοινωνικής συνοχής. Ποιο μέλλον επιφυλάσσεται άραγε στους ανθρώπους που δεν είναι τίποτα αφού δεν κατέχουν τίποτα, στις χώρες όπου το δικαίωμα στην ιδιοκτησία γίνεται σιγά σιγά το μοναδικό δικαίωμα των ανθρώπων; Και τα παιδιά αυτών των ανθρώπων; Η πείνα ωθεί πολλά απ’ αυτά τα παιδιά, ολοένα και περισσότερα, στην κλοπή, στην επαιτεία και την πορνεία· και η καταναλωτική κοινωνία τα προσβάλλει προσφέροντας αγαθά που γι’ αυτά είναι απαγορευμένα.

Στου κουφού την πόρτα…

Ο αριθμός των υποσιτιζόμενων παιδιών στον κόσμο ολοένα αυξάνεται. Δώδεκα εκατομμύρια κάτω των πέντε χρονών πεθαίνουν κάθε χρόνο από διάρροια, αναιμία και άλλες ασθένειες προερχόμενες από την πείνα. Στην ετήσια έκθεσή της για το 1998, η UNICEF παρέχει πολλά στοιχεία σαν τα προηγούμενα και προτείνει «να αναχθεί σε απόλυτη προτεραιότητα παγκοσμίως» η πάλη κατά της πείνας και της παιδικής θνησιμότητας. Για να το επιτύχει μάλιστα  αυτό, καταφεύγει στο μοναδικό επιχείρημα που εξακολουθεί, στις μέρες μας, να μπορεί να επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα: «Οι ελλείψεις βιταμινών και μετάλλων στη διατροφή συνεπάγονται ανικανότητα, μικρότερη παραγωγικότητα ακόμα και απώλεια ζωής κι αυτό σε ορισμένες χώρες αντιστοιχεί με ένα κόστος που ισοδυναμεί με περισσότερο από το 5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος».
Κι εκείνα, για να εκδικηθούν, αρχίζουν τις επιθέσεις· συμμορίες απελπισμένων που τους ενώνει η βεβαιότητα του επερχόμενου θανάτου: σύμφωνα με την UNICEF, το 1995 είχαμε στις μεγαλουπόλεις τις Λατινικής Αμερικής οκτώ εκατομμύρια εγκαταλελειμμένα παιδιά, παιδιά του δρόμου· σύμφωνα με την οργάνωση Human Rights Watch, το 1993 παραστρατιωτικές ομάδες δολοφονούσαν έξι παιδιά τη μέρα στην Κολομβία και τέσσερα στη Βραζιλία.
Ανάμεσα στις δύο ακραίες καταστάσεις, η μεσαία τάξη. Ανάμεσα στα παιδιά που ζουν αιχμάλωτα της χλιδής και στα παιδιά που ζουν αιχμάλωτα της εγκατάλειψης, υπάρχουν τα παιδιά που έχουν κάτι παραπάνω από το τίποτα αλλά πολύ λιγότερα από τα πάντα. Τα παιδιά της μεσαίας τάξης είναι ολοένα λιγότερο ελεύθερα. «Θα σε αφήσουν να ζήσεις ή δε θα σε αφήσουν να ζήσεις: ιδού το ερώτημα», έλεγε ο Ισπανός χιουμορίστας Τσούμι Τσούμες. Η κοινωνία που θεοποιεί την τάξη, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί την αταξία, μέρα με τη μέρα τους στερεί την ελευθερία. Ο φόβος του μεσαίου: το πάτωμα τρίζει κάτω από τα πόδια, δεν υπάρχουν πλέον εγγυήσεις, η σταθερότητα είναι ασταθής, οι δουλειές εξαφανίζονται, τα χρήματα εξανεμίζονται, για να φτάσει το τέλος του μήνα χρειάζεται ένα θαύμα. Καλώς όρισες, μεσαία τάξη, χαιρετίζει μια αφίσα στην είσοδο μιας από τις πιο άθλιες συνοικίες του Μπουένος Άιρες. Η μεσαία τάξη ζει συνεχώς με αυταπάτες, προσποιούμενη ότι υπακούει στους νόμους και πιστεύει σ’ αυτούς, και παριστάνοντας ότι έχει περισσότερα απ’ όσα έχει· ποτέ όμως δεν της ήταν τόσο δύσκολο να ανταποκριθεί σ’ αυτό τον ανιδιοτελή και παραδοσιακό ρόλο. Η μεσαία τάξη ασφυκτιά από τα χρέη και έχει παραλύσει από τον πανικό· και μέσα στον πανικό μεγαλώνει τα παιδιά της. Μέσα στον πανικό να επιβιώσει, να μην καταρρεύσει, μη χάσει τη δουλειά, το αυτοκίνητο, το σπίτι, τα πράγματά της, μες στον πανικό μην τυχόν και δεν κατορθώσει  να έχει ό,τι οφείλει να έχει για να υπάρχει. Στη συλλογική απαίτηση για δημόσια ασφάλεια, που απειλείται από τα πανούργα τέρατα της παρανομίας, η φωνή της μεσαίας τάξης είναι η πιο δυνατή. Υπερασπίζεται τη δημόσια τάξη θαρρείς και είναι ιδιοκτήτης της, ενώ δεν είναι παρά ενοικιαστής που τον έχει γονατίσει η τιμή του ενοικίου και η απειλή της έξωσης.
Παγιδευμένα στην μέγγενη του πανικού, τα παιδιά της μεσαίας τάξης καταδικάζονται κάθε μέρα και περισσότερο στην ταπείνωση και τον ισόβιο εγκλεισμό. Στην πόλη του μέλλοντος, που δεν απέχει πολύ από την πόλη του παρόντος, τα παιδιά της τηλεόρασης, υπό την επίβλεψη ηλεκτρονικών νταντάδων, θα ατενίζουν το δρόμο μέσα από κάποιο παράθυρο του τηλεσπιτιού τους : το δρόμο που τους έχει απαγορευτεί εξαιτίας της βίας, ή του φόβου της βίας, αυτό το δρόμο όπου εκτυλίσσεται το πάντοτε επικίνδυνο, και, ενίοτε, μαγευτικό θέαμα της ζωής.

Αυτό το κείμενο αποτελεί απόσπασμα (σελ. 19 – 29) από το βιβλίο «ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΑΝΑΠΟΔΑ» του Εντουάρντο Γκαλεάνο και κυκλοφορεί από τις ‘Εκδόσεις Πιρόγα’ σε μετάφραση της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΥ