Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016
Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014
“Ενας κόσμος ανάποδα”, Eντουάρντο Γκαλεάνο
Κύκλος - Το σχολείο του κόσμου απ’ την ανάποδη, Σελίδες 19- 29, – Μάθημα 2ο
“Οι μαθητές”
Μέρα με τη μέρα, τα
παιδιά στερούνται το δικαίωμα να είναι παιδιά. Η πραγματικότητα, που
περιγελά αυτό το δικαίωμα, επιβάλλει τα διδάγματά της στην καθημερινή
ζωή. Η κοινωνία μεταχειρίζεται τα παιδιά των πλουσίων σαν να είναι
χρήμα, ώστε κι εκείνα σιγά σιγά να συνηθίζουν να δρουν σαν το χρήμα. Η
κοινωνία μεταχειρίζεται τα παιδιά των φτωχών σαν να είναι σκουπίδια,
ώστε να τα μετατρέψει σιγά σιγά σε σκουπίδια. Και τα παιδιά της μεσαίας
τάξης, τα παιδιά που δεν είναι ούτε πλούσια ούτε φτωχά, η κοινωνία τα
κρατάει δεμένα στο πόδι της τηλεόρασης, ώστε από πολύ νωρίς να
αποδεχτούν, σαν κάτι το αναπότρεπτο, μια ζωή φυλακισμένη. Πολλή μαγεία
και πολλή τύχη έχουν στη ζωή τους τα παιδιά που εξακολουθούν να
παραμένουν παιδιά.
Οι πάνω, οι κάτω και οι μεσαίοι
Δε ζουν στην πόλη όπου
κατοικούν. Γι’ αυτά τα παιδιά η απέραντη κόλαση που περικλείει το
μικροσκοπικό ιδιωτικό τους παράδεισο είναι απαγορευμένη. Πέρα από τα
σύνορα εκτείνεται μια περιοχή τρόμου όπου οι άνθρωποι είναι πολλοί,
άσχημοι, βρώμικοι και φθονεροί. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης τα
παιδιά δεν χωρούν πλέον πουθενά· και μάλιστα εκείνα που καταλαμβάνουν
πραγματικά το μικρότερο χώρο είναι τα παιδιά που έχουν τα περισσότερα
πράγματα: μεγαλώνουν χωρίς ρίζες, χωρίς πολιτισμική ταυτότητα και χωρίς
καμία άλλη κοινωνική αίσθηση παρά μόνο τη βεβαιότητα ότι η
πραγματικότητα είναι επικίνδυνη. Πατρίδα τους είναι οι διεθνούς φήμης
μάρκες, που κάνουν τα ρούχα τους και ό,τι άλλο χρησιμοποιούν να
ξεχωρίζει, και γλώσσα τους είναι οι διεθνείς ηλεκτρονικοί κώδικες. Στις
πιο διαφορετικές πόλεις του κόσμου, στα πιο απομακρυσμένα μέρη του
κόσμου, τα παιδιά των προνομιούχων μοιάζουν μεταξύ τους, έχουν τις ίδιες
συνήθειες και τις ίδιες επιθυμίες, όπως μοιάζουν μεταξύ τους τα shoppingcenters και τα αεροδρόμια, που είναι όλα εκτός τόπου και χρόνου.
Ειδήμονες της εικονικής
πραγματικότητας, τα πλούσια παιδιά, έχουν πλήρη άγνοια της υπαρκτής
πραγματικότητας, η οποία υπάρχει μόνο για να τη φοβούνται ή να την
αγοράζουν.
Παιδικός κόσμος
Όταν διασχίζετε το δρόμο πρέπει να προσέχετε πολύ, εξηγούσε σε μια ομάδα μαθητών ο Κολομβιανός εκπαιδευτικός Γκουστάβο Γουίλτσες.
-Ακόμα κι αν το φανάρι είναι πράσσινο, ποτέ να μην περνάτε το δρόμο χωρίς να κοιτάξετε πρώτα δεξιά αριστερά.
Ο Γουίλτσες διηγήθηκε
στα παιδιά ότι κάποτε τον είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο και τον είχε
αφήσει πεσμένο μέσα στη μέση του δρόμου. Ξαναζώντας την τραγωδία που
παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή, ο Γουίλτσε σκυθρώπιασε. Τα παιδιά όμως
άρχισαν τις ερωτήσεις:
-Τι μάρκα ήταν το αυτοκίνητο, κύριε; Είχε κλιματισμό; Είχε
ανοιγόμενη σκεπή; Είχε φανούς ομίχλης; Πόσους κυλίνδρους είχε ο
κινητήρας του;Βιτρίνες
Παιχνίδια για αγόρια: κουκλάκια Ράμπο, Ρόμποκοπ, Νίντζα, Μπάτμαν, τέρατα, μυδράλια, πιστόλια, τανκς, αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, καμιόνια, αεροπλάνα, διαστημόπλοια.Παιχνίδια για κορίτσια: κούκλες Μπάρμπι, Χάιντι, σιδερώστρες, κουζίνες, αποχυμωτές, πλυντήρια ρούχων, τηλεοράσεις, μωρά, κούνιες, μπιμπερό, κραγιόν για τα χείλη, μπικουτί, ρουζ, καθρέφτες.
Fastfood, fastcars, fastlife:
από τη στιγμή που θα γεννηθούν, τα πλούσια παιδιά εκπαιδεύονται στην
κατανάλωση και τη ματαιότητα και περνούν τα παιδικά τους χρόνια με την
πεποίθηση ότι οι μηχανές είναι περισσότερο άξιες της εμπιστοσύνης τους
από τους ανθρώπους. Όταν φτάσει η ώρα της μύησής τους, θα πάρουν την
πανίσχυρη πανοπλία τους, με κίνηση στους τέσσερις τροχούς. Περιμένοντας
όμως αυτή τη στιγμή, ξεχύνονται με υπερβολική ταχύτητα στις λεωφόρους
της κυβερνητικής και επιβεβαιώνουν την ταυτότητά τους καταβροχθίζοντας
εικόνες και εμπορεύματα, κάνοντας zapping καιshopping.
Τα κυβερνοπαιδιά σερφάρουν στον κυβερνοχώρο με την ίδια άνεση που
σεργιανίζουν στους δρόμους των πόλεων τα εγκαταλελειμμένα παιδιά.
Πολύ πριν τα παιδιά των
πλουσίων πάψουν να είναι παιδιά, και ανακαλύψουν τα ακριβά ναρκωτικά με
τα οποία θα ξεγελούν τη μοναξιά τους και θα συγκαλύπτουν τους φόβους
τους, τα φτωχά παιδιά έχουν ήδη αρχίσει να σνιφάρουν κόλλα. Ενώ τα
πλούσια παιδιά παίζουν πόλεμο με σφαίρες από ακτίνες λέιζερ, οι σφαίρες
από μολύβι απειλούν τα παιδιά των δρόμων.
Στη Λατινική Αμερική τα
παιδιά και οι έφηβοι συνιστούν περίπου το μισό του συνολικού πληθυσμού.
Το μισό αυτού του μισού ζει μες στη μιζέρια. Επιζώντες: στη Λατινική
Αμερική πεθαίνουν εκατό παιδιά την ώρα, από πείνα ή από ιάσιμες
ασθένειες και, παρ’ όλα αυτά, ο αριθμός των φτωχών παιδιών, τόσο στις
πόλεις όσο και στην ύπαιθρο, συνεχώς αυξάνεται σ’ αυτή τη γωνιά του
κόσμου που παράγει φτωχούς αλλά απαγορεύει τη φτώχεια. Η πλειοψηφία των
φτωχών είναι παιδιά· και η πλειοψηφία των παιδιών είναι φτωχά. Από όλους
τους ομήρους του συστήματος, τα φτωχά παιδιά είναι εκείνα που περνούν
χειρότερα. Η κοινωνία τα εκμεταλλεύεται, τα επιτηρεί, τα τιμωρεί και
καμιά φορά τα σκοτώνει: σπάνια τα ακούει, ποτέ δεν τα καταλαβαίνει.
Αυτά τα παιδιά, με
γονείς που είτε τα βγάζουν πέρα με μικροληστείες είτε δε δουλεύουν και
δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, είναι υποχρεωμένα να ζουν, από πολύ νωρίς,
κάνοντας οποιαδήποτε περιστασιακή εργασία και να ξεθεώνονται στη δουλειά
με αντάλλαγμα ένα κομμάτι ψωμί ή κάτι παραπάνω, σε όλα τα μήκη και τα
πλάτη του κόσμου. Μόλις μάθουν να περπατούν, μαθαίνουν ποια είναι η
ανταμοιβή των φρόνιμων φτωχών: αγόρια και κορίτσια γίνονται τα δωρεάν
εργατικά χέρια των βιοτεχνιών, των καταστημάτων και των οικογενειακών
επιχειρήσεων ή τα πάμφθηνα εργατικά χέρια των εξαγωγικών βιομηχανιών που
κατασκευάζουν αθλητικά ρούχα για λογαριασμό των μεγάλων πολυεθνικών
εταιριών. Κάνουν αγροτικές δουλειές, δουλειές του ποδαριού στην πόλη ή
δουλεύουν στο σπίτι, στην υπηρεσία όποιου προστάζει. Σκλαβάκια της
οικογενειακής οικονομίας, ή του άτυπου τομέα της
παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, καταλαμβάνουν το χαμηλότερο σκαλοπάτι
στην κλίμακα του ενεργού πληθυσμού που υπηρετεί την παγκόσμια αγορά:
- Στις χωματερές της Πόλης του Μεξικού, στη Μανίλα ή στο Λάγκος, μαζεύουν γυαλιά, κονσερβοκούτια και χαρτιά, και μοιράζονται τα αποφάγια με τα όρνια
- καταδύονται στη θάλασσα της Ιάβας, ψάχνοντας για μαργαριτάρια
- ψάχνουν για διαμάντια στα ορυχεία του Κογκό
- λόγω του μικρού μεγέθους τους κάνουν τους τυφλοπόντικες μέσα στις στοές των ορυχείων του Περού και, όταν τα πνευμόνια τους δεν αντέχουν πια, υπάρχει μια θέση γι’ αυτά στα παράνομα νεκροταφεία
- μαζεύουν καφέ στην Κολομβία και την Τανζανία και δηλητηριάζονται από τα φυτοφάρμακα
- δηλητηριάζονται από τα φυτοφάρμακα στις βαμβακοφυτείες της Γουατεμάλας και τις μπανανοφυτείες της Ονδούρας
- στη Μαλαισία μαζεύουν το γάλα από τα καουτσουκόδεντρα και το ωράριό τους αρχίζει νύχτα και τελειώνει νύχτα
- στη Βιρμανία δουλεύουν στις γραμμές του σιδηρόδρομου
- στη Βόρεια Ινδία λιώνουν μες στους φούρνους του γυαλιού και στη Νότια μες στους φούρνους των τούβλων
- στο Μπαγκλαντές κάνουν περισσότερες από τριακόσιες διαφορετικές δουλειές, για ένα μεροκάματο που κυμαίνεται μεταξύ του τίποτα και του σχεδόν τίποτα και δεν τελειώνει ποτέ
- τρέχουν σε αγώνες με καμήλες για τους Άραβες εμίρηδες και γίνονται έφιπποι βοσκοί στα αγροκτήματα του Ρίο ντε Λα Πλάτα
- στο Πορτ –ο- Πρενς, στο Κολόμπο, στη Τζακάρτα ή στο Ρεσίφε σερβίρουν το τραπέζι του αφεντικού με αντάλλαγμα το δικαίωμα να τρώνε ότι πέφτει κάτω
- πουλούν φρούτα στις αγορές της Μπογκοτά και τσίκλες στα λεωφορεία του Σάο Πάουλο
- καθαρίζουν παρμπρίζ στις γωνιές των δρόμων της Λίμας, του Κίτο ή του Σαν Σαλβαδόρ
- λουστράρουν παπούτσια στους δρόμους του Καράκας ή της Γκουαναχουάτο
- ράβουν ρούχα στη Ταϋλάνδη και παπούτσια ποδοσφαίρου στο Βιετνάμ
- ράβουν μπάλες ποδοσφαίρου στο Πακιστάν και του μπέιζμπολ στην Ονδούρα και στην Αϊτή
- για να πληρώσουν τα χρέη των γονιών τους μαζεύουν τσάι ή καπνά στις φυτείες της Σρι Λάνκα και θερίζουν γιασεμί στην Αίγυπτο, με προορισμό την γαλλική αρωματοποιία
- τα νοικιάζουν οι γονείς τους για να υφαίνουν χαλιά στο Ιράν, το Νεπάλ και την Ινδία. Αρχίζουν δουλειά πριν το χάραμα και τελειώνουν περασμένα μεσάνυχτα και την ώρα της αγοροπωλησίας ρωτούν: «Εσείς είστε το καινούργιο αφεντικό μου;»
-
τα πουλούν οι γονείς τους, προς εκατό δολάρια, στο
Σουδάν για να προσφέρουν σεξουαλικές υπηρεσίες ή για οποιαδήποτε άλλη
δουλειά.
Η φυγή / 1
Συζητώντας με ένα σμήνος
παιδιά του δρόμου, από αυτά που σκαρφαλώνουν στα λεωφορεία της Πόλης
του Μεξικού, η δημοσιογράφος Κατερίνα Αβιλές τα ρώτησε για τα ναρκωτικά.
-Αισθάνομαι πολύ όμορφα, ξεφεύγω από τα προβλήματα – είπε ένα παιδί.
-Όταν ξαναγυρίζω στην πραγματικότητα – είπε - , νιώθω φυλακισμένος σαν πουλάκι
Οι φύλακες και τα σκυλιά
της εταιρίας Central Camionera del Norte συνήθως καταδιώκουν αυτά τα
παιδιά. Ο γενικός διευθυντής της εταιρίας δήλωσε στη δημοσιογράφο: -Δε θέλουμε να πεθάνουν επειδή, κατά κάποιο τρόπο, κι αυτά άνθρωποι είναι.
Ο
στρατός, σε ορισμένα μέρη της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της
Λατινικής Αμερικής, στρατολογεί δια της βίας παιδιά. Στους πολέμους τα
στρατιωτάκια δουλεύουν σκοτώνοντας και κυρίως δουλεύουν πεθαίνοντας: τα
μισά από τα θύματα των πρόσφατων αφρικανικών πολέμων ήταν στρατιώτες
παιδιά. Με εξαίρεση τον πόλεμο που είναι αντρικό ζήτημα, σύμφωνα με όσα
λέει η παράδοση και όσα διδάσκει η πραγματικότητα, σχεδόν σε όλες τις
άλλες δουλειές τα χέρια των κοριτσιών αποδεικνύονται το ίδιο χρήσιμα με
τα χέρια των αγοριών. Η αγορά εργασίας όμως αναπαράγει και στα κορίτσια
την ίδια σεξιστική διάκριση που συνήθως κάνει στις γυναίκες: τα κορίτσια
πάντα παίρνουν λιγότερα από τα ελάχιστα χρήματα που κερδίζουν τα
αγόρια, όταν κερδίζουν κάτι.
Η φυγή / 2
Στους δρόμους του Μεξικού ένα κορίτσι σνιφάρει τολουόλη, διαλυτικά, κόλλα και ό,τι άλλο βρει. Μόλις περάσει το δυνατό τρέμουλο, διηγείται:-Είχα παραισθήσεις με το Διάβολο. Είδα ότι είχε μπει μέσα μου ο Διάβολος και τότε, απ! Στάθηκα στην ακρούλα και πήγαινα να πετάξω, οκτώ πατώματα ήταν τι κτίριο κι εγώ πήγαινα να πετάξω, τότε όμως έφυγε η παραίσθηση και βγήκε ο Διάβολος από μέσα μου. Μια από τις παραισθήσεις που μου είχε αρέσει περισσότερο ήταν όταν μου εμφανίστηκε η Παρθένος της Γουαδελούπης. Δύο φορές είχα αυτή την παραίσθηση.
Η πορνεία είναι η αδυσώπητη μοίρα πολλών κοριτσιών και, σε μικρότερο βαθμό, πολλών αγοριών σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όσο απίθανο και να
φαίνεται, υπολογίζεται ότι τουλάχιστον εκατό χιλιάδες παιδιά εκδίδονται
στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με την έκθεση της UNICEF για το 1997. Η
τεράστια πλειοψηφία όμως των παιδικών θυμάτων του εμπορίου λευκής
σαρκός δουλεύει στα πορνεία και στους δρόμους του Νότου. Αυτή η
πολυεκατομμυριούχος βιομηχανία, αυτό το ευρύτατο δίκτυο από εμπόρους
ναρκωτικών, μεσολαβητές, τουριστικά γραφεία και προαγωγούς, κινείται και
δουλεύει με σκανδαλώδη ατιμωρησία. Στη Λατινική Αμερική η παιδική
πορνεία δεν είναι κάτι το καινούργιο: υπάρχει από το 1536, όταν άνοιξε ο
πρώτος οίκος ανοχής στο Πουέρτο Ρίκο. Σήμερα μισό εκατομμύριο
κοριτσάκια της Βραζιλίας δουλεύουν πουλώντας το κορμί τους, προς όφελος
των ενηλίκων που τα εκμεταλλεύονται: άλλα τόσα στην Ταϋλάνδη και κάπως
περισσότερα στην Ινδία. Σε ορισμένες πλαζ της θάλασσας της Καραϊβικής, η
ακμάζουσα βιομηχανία του σεξουαλικού τουρισμού προσφέρει παρθένα
κορίτσια σε όποιον μπορεί να τα πληρώσει. Κάθε χρόνο αυξάνεται ο αριθμός
των κοριτσιών που ρίχνονται στην καταναλωτική αγορά: σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, κάθε χρόνο προστίθεται τουλάχιστον ένα
εκατομμύριο κορίτσια στην παγκόσμια αγορά των κορμιών.
Αμέτρητα είναι τα φτωχά
παιδιά που δουλεύουν, στο σπίτι τους ή έξω, για την οικογένειά τους ή
για οποιονδήποτε άλλον. Τα περισσότερα δουλεύουν παράνομα και δεν
αναφέρονται στις στατιστικές.
Και τα υπόλοιπα φτωχά
παιδιά; Τα υπόλοιπα περισσεύουν. Η αγορά δεν τα χρειάζεται, δεν θα τα
χρειαστεί ποτέ. Δεν είναι αποδοτικά, ποτέ δε θα είναι. Κατά της άποψη
της καθεστηκυίας τάξης αυτά τα παιδιά στην αρχή κλέβουν τον αέρα που
αναπνέουν και στη συνέχεια κλέβουν ό,τι βρουν. Το ταξίδι τους από την
κούνια στον τάφο συνήθως το διακόπτει η πείνα ή οι σφαίρες. Το ίδιο
παραγωγικό σύστημα που περιφρονεί τους γέρους, φοβάται τα παιδιά. Τα
γηρατειά είναι αποτυχία, η παιδική ηλικία απειλή. Ολοένα και περισσότερα
παιδιά του περιθωρίου γεννιούνται με ροπή προς το έγκλημα, σύμφωνα με τα λεγόμενα κάποιων ειδικών. Τα παιδιά αυτά αποτελούν το πιο απειλητικό κομμάτι του πλεονάζοντος πληθυσμού. Το παιδί ως δημόσια απειλή, και η αντικοινωνική συμπεριφορά των ανηλίκων στην Αμερική,
είναι το θέμα που απασχολεί τα Παναμερικάνικα Συνέδρια για το Παιδί εδώ
και μερικά χρόνια. Όλα τα παιδιά που έρχονται από την επαρχία στην
πόλη, και γενικότερα όλα τα φτωχά παιδιά, έχουν μια συμπεριφορά εν δυνάμει αντικοινωνική,
προειδοποιούν από το 1963 τα Συνέδρια. Οι κυβερνήσεις και ορισμένοι
ειδήμονες στο θέμα μοιράζονται την ιδεοληψία ότι τα παιδιά πάσχουν από
την αρρώστια της βίας και ότι ρέπουν προς την διαστροφή και τον όλεθρο.
Κάθε παιδί κρύβει μέσα του ένα μικρό φαινόμενο El niño, γι’ αυτό πρέπει
απαραιτήτως να προλαμβάνουμε την καταστροφή που μπορεί να προκαλέσει.
Στο Πρώτο Αστυνομικό Συνέδριο της Νοτίου Αμερικής, που έγινε στο
Μοντεβιδέο το 1979, η αστυνομία της Κολομβίας εξήγησε ότι «η καθημερινή
αύξηση του πληθυσμού κάτω των δεκαοκτώ ετών, μας οδηγεί στο να
εκτιμήσουμε ότι αυξάνεται το ποσοστό της ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ».
(Τα κεφαλαία από το αυθεντικό έγγραφο.)
Στις χώρες της Λατινικής
Αμερικής, η ηγεμονία της αγοράς σπάει τους δεσμούς αλληλεγγύης και
διαλύει τον ιστό της κοινωνικής συνοχής. Ποιο μέλλον επιφυλάσσεται άραγε
στους ανθρώπους που δεν είναι τίποτα αφού δεν κατέχουν τίποτα, στις
χώρες όπου το δικαίωμα στην ιδιοκτησία γίνεται σιγά σιγά το μοναδικό
δικαίωμα των ανθρώπων; Και τα παιδιά αυτών των ανθρώπων; Η πείνα ωθεί
πολλά απ’ αυτά τα παιδιά, ολοένα και περισσότερα, στην κλοπή, στην
επαιτεία και την πορνεία· και η καταναλωτική κοινωνία τα προσβάλλει
προσφέροντας αγαθά που γι’ αυτά είναι απαγορευμένα.
Στου κουφού την πόρτα…
Κι εκείνα, για να
εκδικηθούν, αρχίζουν τις επιθέσεις· συμμορίες απελπισμένων που τους
ενώνει η βεβαιότητα του επερχόμενου θανάτου: σύμφωνα με την UNICEF, το
1995 είχαμε στις μεγαλουπόλεις τις Λατινικής Αμερικής οκτώ εκατομμύρια
εγκαταλελειμμένα παιδιά, παιδιά του δρόμου· σύμφωνα με την οργάνωση
Human Rights Watch, το 1993 παραστρατιωτικές ομάδες δολοφονούσαν έξι
παιδιά τη μέρα στην Κολομβία και τέσσερα στη Βραζιλία.
Ανάμεσα στις δύο ακραίες
καταστάσεις, η μεσαία τάξη. Ανάμεσα στα παιδιά που ζουν αιχμάλωτα της
χλιδής και στα παιδιά που ζουν αιχμάλωτα της εγκατάλειψης, υπάρχουν τα
παιδιά που έχουν κάτι παραπάνω από το τίποτα αλλά πολύ λιγότερα από τα
πάντα. Τα παιδιά της μεσαίας τάξης είναι ολοένα λιγότερο ελεύθερα. «Θα
σε αφήσουν να ζήσεις ή δε θα σε αφήσουν να ζήσεις: ιδού το ερώτημα»,
έλεγε ο Ισπανός χιουμορίστας Τσούμι Τσούμες. Η κοινωνία που θεοποιεί την
τάξη, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί την αταξία, μέρα με τη μέρα τους στερεί
την ελευθερία. Ο φόβος του μεσαίου: το πάτωμα τρίζει κάτω από τα πόδια,
δεν υπάρχουν πλέον εγγυήσεις, η σταθερότητα είναι ασταθής, οι δουλειές
εξαφανίζονται, τα χρήματα εξανεμίζονται, για να φτάσει το τέλος του μήνα
χρειάζεται ένα θαύμα. Καλώς όρισες, μεσαία τάξη, χαιρετίζει
μια αφίσα στην είσοδο μιας από τις πιο άθλιες συνοικίες του Μπουένος
Άιρες. Η μεσαία τάξη ζει συνεχώς με αυταπάτες, προσποιούμενη ότι
υπακούει στους νόμους και πιστεύει σ’ αυτούς, και παριστάνοντας ότι έχει
περισσότερα απ’ όσα έχει· ποτέ όμως δεν της ήταν τόσο δύσκολο να
ανταποκριθεί σ’ αυτό τον ανιδιοτελή και παραδοσιακό ρόλο. Η μεσαία τάξη
ασφυκτιά από τα χρέη και έχει παραλύσει από τον πανικό· και μέσα στον
πανικό μεγαλώνει τα παιδιά της. Μέσα στον πανικό να επιβιώσει, να μην
καταρρεύσει, μη χάσει τη δουλειά, το αυτοκίνητο, το σπίτι, τα πράγματά
της, μες στον πανικό μην τυχόν και δεν κατορθώσει να έχει ό,τι οφείλει
να έχει για να υπάρχει. Στη συλλογική απαίτηση για δημόσια ασφάλεια, που
απειλείται από τα πανούργα τέρατα της παρανομίας, η φωνή της μεσαίας
τάξης είναι η πιο δυνατή. Υπερασπίζεται τη δημόσια τάξη θαρρείς και
είναι ιδιοκτήτης της, ενώ δεν είναι παρά ενοικιαστής που τον έχει
γονατίσει η τιμή του ενοικίου και η απειλή της έξωσης.
Παγιδευμένα στην μέγγενη
του πανικού, τα παιδιά της μεσαίας τάξης καταδικάζονται κάθε μέρα και
περισσότερο στην ταπείνωση και τον ισόβιο εγκλεισμό. Στην πόλη του
μέλλοντος, που δεν απέχει πολύ από την πόλη του παρόντος, τα παιδιά της
τηλεόρασης, υπό την επίβλεψη ηλεκτρονικών νταντάδων, θα ατενίζουν το
δρόμο μέσα από κάποιο παράθυρο του τηλεσπιτιού τους : το δρόμο που τους
έχει απαγορευτεί εξαιτίας της βίας, ή του φόβου της βίας, αυτό το δρόμο
όπου εκτυλίσσεται το πάντοτε επικίνδυνο, και, ενίοτε, μαγευτικό θέαμα
της ζωής.
Αυτό το κείμενο αποτελεί απόσπασμα (σελ. 19 – 29) από το βιβλίο «ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΑΝΑΠΟΔΑ» του Εντουάρντο Γκαλεάνο και κυκλοφορεί από τις ‘Εκδόσεις Πιρόγα’ σε μετάφραση της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΖΑΚΟΠΟΥΛΟΥΠαρασκευή 30 Μαΐου 2014
Πέμπτη 29 Μαΐου 2014
«Μεγάλοι άνθρωποι» και μικρά παιδιά που αυτοκτονούν. Μια έκθεση που θα κοβόταν και δύο υστερόγραφα
Η Έκθεση
Την ώρα
που διαβάζω, κύριε Ι.Μ. Παναγιωτόπουλε, το δοκίμιο σας, που μιλάει για
τον ανθρωπισμό, ένας συμμαθητής μου δεν μπήκε στην αίθουσα. Ανέβηκε σε
ένα κτίριο δίπλα από το σχολείο και πήδηξε στο κενό.
Φταίτε μήπως εσείς; Όχι, εσείς έχετε πεθάνει κιόλας. Ας μην είμαι υπερβολικός, ας συγκεντρωθώ λίγο μήπως γράψω τίποτα.
«Η «ανθρωπιά» είναι μια λέξη του καιρού μας, ένας όρος κοινόχρηστος, ένα νόμισμα που κυκλοφορεί σ’ όλα τα χέρια….»
Τι σημαίνει του καιρού μας. ΜΑΣ. Ποιανού καιρού είσαστε εσείς;
Κι εμείς ποιοι είμαστε; Αν εμείς είμαστε οι μαθητές που γράφουμε, ένας
από ΜΑΣ, δεν γράφει αυτήν την ώρα, γιατί αυτοκτόνησε. Γεννήθηκε το 1995,
εσείς τότε είχατε πεθάνει δεκατρία χρόνια πριν, και αποφάσισε να βάλει
τέρμα στη ζωή του, το 2014. Ούτε 19 χρονών.
Δεν ξέρω γιατί το έκανε.
Ακούγεται ότι δεν άντεχε το άγχος των πανελλαδικών. Άλλοι λένε ότι δεν
έχει σχέση αυτό, αλλά ότι είχε προβλήματα. Όμως, αλήθεια, πρέπει να
ζούμε αυτόν τον εξοντωτικό εξεταστικό λαβύρινθο; Ξέρετε πόσα παιδιά
κλαίνε τα βράδια, πόσα βλέπουν εφιάλτες τις πανελλαδικές εξετάσεις; Πόσα
φοβούνται ότι δεν θα πάνε καλά, πόσα τρέμουν την ιδέα να απογοητεύσουν
τους γονείς τους; Εσείς που μιλάτε για ανθρωπιά τι λέτε για αυτό;
«Αρκεί μια ματιά ολόγυρά μας, για να
το νιώσουμε καλύτερα τούτο. Η καθημερινή ζωή ολοένα και περισσότερο
χάνει τη θαλπωρή, τη γλυκιά ζεστασιά της. Είναι ένας χειμώνας χωρίς
αλκυονίδες».
Ναι, έτσι είναι. Ποια γλυκιά ζεστασιά;
Καθημερινός πόλεμος, η καθημερινή ζωή. Οι γονείς μας δεν έχουν να μας
δώσουν χαρτζιλίκι. Οι καθηγητές μας απολύονται. Τα αδέρφια μας
μετανάστευσαν. Οι γείτονές μας είναι άνεργοι. Κι εμείς εδώ παλεύουμε για
να μπούμε σε κάποια σχολή ή να βρούμε μια δουλειά.
Και ένας συμμαθητής μας αυτοκτόνησε.
Σήμερα. Εσείς τι λέτε για αυτό; Εσείς πεθάνατε κύριε Παναγιωτόπουλε.
Αλλά εσείς που βάζετε τα θέματα, εσείς από τα υπουργεία και τις
επιτροπές. Τι λέτε για αυτό; Εσείς από τις κυβερνήσεις. Ότι είναι ένα
τραγικό περιστατικό, μεμονωμένο, χωρίς κάποια ευρύτερη διάσταση; Αυτό
δεν είπατε και για το Θανάση; Λίγο μεγαλύτερός μου ήταν, και σκοτώθηκε
για ένα εισιτήριο. Αυτό δεν είπατε και για τα άλλα τα παιδιά στη Λάρισα;
Αλλά και για τον Αλέξη, αυτό δεν είπατε; Μικρότερος ήμουν, αλλά το
θυμάμαι.
«Η ανθρωπιά είναι κυκλική παρουσία.
Δε βρίσκεται στραμμένη προς ένα μονάχα σημείο του ορίζοντα. Εκείνος που
είναι αληθινά ανθρώπινος δεν μπορεί παρά να είναι, σε κάθε περίσταση,
ανθρώπινος».
Τώρα, τι είναι αυτά που γράφετε;
Τι είναι αυτή η βαρετή φλυαρία; Για την ανθρωπιά δεν είπατε ότι θέλετε
να γράψουμε; Εγώ σας λέω για τα παιδιά που πεθαίνουν. Εγώ σας λέω για
μένα που έχω πεθάνει από την κούραση και το άγχος και δεν ξέρω πώς θα τα
πάω στις εξετάσεις. Και δεν ξέρω αν θα έχουν λεφτά οι γονείς μου για να
σπουδάσω. Και αν θα μπορέσω να τελειώσω, και αν θα βρω δουλειά, και αν
θα αναγκαστώ να φύγω και να χάσω τους φίλους μου. Και αν, βρεθώ κι εγώ
χωρίς εισιτήριο στο λεωφορείο; Και αν δεν έχω να πληρώσω θέρμανση; Κι αν
αρρωστήσω και δε με δέχονται στο νοσοκομείο ή δεν έχω τα φάρμακα; Και
αν, θεέ μου, βρεθώ κι εγώ στον έκτο όροφο από ένα γιαπί.
Μου λέτε για ανθρωπιά. Εγώ είμαι άνθρωπος και ανησυχώ και φοβάμαι.
Οι φίλες μου, τα αδέρφια, οι συγγενείς και οι γνωστοί μου, είναι
άνθρωποι και αυτοί. Και φοβάμαι και για αυτούς. Και σαν άνθρωπος θέλω να
κάνω μια βόλτα, θέλω να παίξω μπάλα, θέλω να πάω σινεμά με το κορίτσι
μου. Δεν θέλω να διαβάζω όλη μέρα. Είτε πάω καλά είτε όχι στις
εξετάσεις, θέλω να ζήσω τη ζωή μου χαρούμενος. Τι έχετε να πείτε για
αυτό; Να πούμε για την ανθρωπιά τι; Αν δεν απαντήσετε στα ερωτήματα και
τους φόβους μου, τι να πω για την ανθρωπιά έτσι γενικά;
«Η ανθρωπιά δεν είναι επάγγελμα, δεν
είναι όργανο αυτοπροβολής και επιτυχίας. Είναι απάρνηση. Πρέπει πολλά ν”
αρνηθείς, για να κερδίσεις τα ουσιωδέστερα. Αλλά δεν είναι και παθητική
κατάσταση. Ολωσδιόλου αντίθετα, αποτελεί μορφή αδιάκοπης ενέργειας.
Είναι πολύ ευκολότερο να γίνεις «μέγας ανήρ» παρά να γίνεις «μεγάλος
άνθρωπος». Η Ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα μεγάλων ανδρών. Αλλά έχει
πολύ λίγους «ανθρώπους» να παρουσιάσει».
Τι είναι τώρα αυτές οι βλακείες; Έτσι αποφασίσατε να κλείστε το κείμενο
κύριε Ι.Μ. Παναγιωτόπουλε; Τι σημαίνουν αυτά; Εγώ σας είπα, ότι
αυτοκτόνησε ένα παιδί. Τι μου λέτε για «μεγάλους ανθρώπους» και
μαλακίες; Εδώ μικρά παιδιά αυτοκτονούν, σκοτώνονται σε λεωφορεία,
μαχαιρώνονται από φασίστες, τι με νοιάζουν αυτοί οι «μεγάλοι άνθρωποι».
Για μένα θα πείτε τίποτα;
Και μετά μου ζητάτε να γράψω για το έλλειμμα ανθρωπιάς;
Ε, δεν πάτε στο διάολο πια. Όλο κοροϊδία και ψέματα. Δεν πάτε στο
διάολο κι εσείς από το υπουργείο. Κι εσείς από τις επιτροπές. Φλύαρες,
ανούσιες χαζομάρες που μιλάνε για τον «άνθρωπο» και την «ανθρωπιά» σε
εισαγωγικά, σαν έννοιες, ενώ δίπλα μας φεύγουν νέοι άνθρωποι. Και εσείς
κύριε Ι.Μ. Παναγιωτόπουλε, και κύριε Παπανούτσε και κύριε τάδε, με τις
βαρετές σοφίες σας που διαβάζουν 30 χρόνια οι μαθητές… που να σας στείλω
από εδώ κάτω.
Και τα υστερόγραφα:
ΥΓ.1: Ποιος βρίζει έτσι ένα «σημαντικό άνθρωπο των γραμμάτων»;
Είναι σαφές ότι δεν είμαι μαθητής. Απέχω
πια πάνω από μια δεκαετία από τότε που ήμουν. Μάλλον, ούτε τότε θα
έγραφα κάτι τέτοιο, ούτε σήμερα γράφω σαν μαθητής. Είμαι αρκετά
μεγαλύτερος. Όχι τόσο, ώστε να λέω μεγάλα λόγια με προσποιητή στεναχώρια
για τον κόσμο που αφήνουμε στις νέες γενιές. Όμως δεν μπορώ να μην
συγκλονιστώ, αναγνωρίζοντας ότι το σχολείο σήμερα για τα παιδιά είναι
χειρότερο από το σχολείο όταν εγώ αποφοίτησα. Ότι το πανεπιστήμιο και
το ΤΕΙ είναι χειρότερο από όταν εγώ σπούδαζα. Ότι η αγορά εργασίας είναι
χίλιες φορές χειρότερη από όταν βγήκα σε αυτή. Αυτό το μοιράζομαι
ακόμα. Όμως να ξέρουν οι νεώτεροι που δίνουν τώρα εξετάσεις, ότι πολλοί
συνομήλικοί μου, κάναμε μεγάλη προσπάθεια για να μην γίνουν έτσι τα
πράγματα. Να ξέρουν ότι και ως μαθητές, και ως φοιτητές, και ως
εργαζόμενοι, παλέψαμε την τελευταία δεκαετία για κάτι καλύτερο. Λίγα
πράγματα καταφέραμε, ήταν και η θύελλα που αντιμετωπίσαμε πιο δυνατή από
τα πανιά μας. Ξέρουμε ότι δεν παλέψαμε όσο θα έπρεπε για το μαρτύριο
που λέγεται πανελλαδικές εξετάσεις και τρόπος πρόσβασης στο
πανεπιστήμιο. Σας ζητάμε συγνώμη, κάθε χρόνο μαυρίζει η ψυχή μας αυτές
τις μέρες. Πλέον είναι κοινή μας υπόθεση να φέρουμε μια διαφορετική
μέρα.
ΥΓ.2: Τι είναι παράλογο;
Όπως πάντα, πολλοί θα πουν ότι το
τραγικό περιστατικό δεν προσφέρεται για αναλύσεις και πολιτικές απόψεις.
Δε θα αναμετρηθώ με την άποψη αυτή. Αλλά πραγματικά, ανεξάρτητα με το
γεγονός, δεν χρειάζεται να σκεφτούμε ξανά σοβαρά το θέμα των
πανελλαδικών εξετάσεων; Όχι με τον τρόπο που κάθε φορά το υπουργείο
επεξεργάζεται νόμους, που ολοένα και χειροτερεύουν την κατάσταση,
κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο και
μετατρέποντας την ανώτερη εκπαίδευση σε προνόμιο των λίγων. Αλλά
διεκδικώντας το αυτονόητο: Κατάργηση όλων των εξεταστικών (και βαθιά ταξικών) φραγμών στο σχολείο και ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης.
Μα αυτό είναι παράλογο, θα αναφωνήσουν πολλοί. Εδώ, το υπουργείο
Παιδείας, αφού βέβαια πρώτα διέλυσε την τεχνική εκπαίδευση, έβγαλε ένα
σποτάκι όπου ένα παιδάκι περιγράφει πως από μικρού τού άρεσαν τα
μαστορέματα και όλη μέρα ήταν μέσα στα εργαλεία και τώρα δεν μπορεί να
καταλάβει γιατί του λένε να γίνει δικηγόρος.
Μετά μια χαρούμενη φωνή ανακοινώνει ότι
τώρα το υπουργείο παιδείας με τις μεταρρυθμίσεις του, δίνει στη
δυνατότητα στο κάθε παιδί να εργαστεί εκεί που θέλει και αυτό είναι η
πραγματική επιτυχία. Ε λοιπόν, είναι καιρός να αναμετρηθούμε με αυτό το
αιώνιο και υποτίθεται λογικό επιχείρημα, που λέει ότι δεν είναι δυνατόν
όλοι να πηγαίνουν στα πανεπιστήμια, τι να γίνει δεν τα παίρνουν όλοι τα
γράμματα, ο καθένας έχει μια κλίση σε κάτι διαφορετικό και αναρωτιέται,
τι δηλαδή όλοι θα γίνουμε ιατροί; Και ποιος θα δουλέψει ως υδραυλικός;
Παρότι λογικοφανής, η αφήγηση αυτή είναι λαϊκίστικη και λανθασμένη.
Καθένας έχει το δικαίωμα να αποφασίσει και να αποφασίζει σε όλη του τη
ζωή, πώς θέλει να είναι η ζωή και η εργασία του, χωρίς να καταπιέζεται
από το εκπαιδευτικό σύστημα, τους γονείς, την «κοινωνική καταξίωση» και
τη μισθολογική ανισότητα και όλοι οι νέοι πρέπει να πηγαίνουν στο
πανεπιστήμιο. Το λέω έτσι ακραία. Τα περί κλίσης και αν το παιδί
«παίρνει» τα γράμματα, δεν είναι παρά ένα ψέμα που κρύβει κοινωνικά
κατασκευασμένες ανισότητες. Δεν σημαίνει ότι όλοι θα γίνονταν ιατροί και
δικηγόροι. Μακάρι να είχαμε μαραγκούς με πτυχία φιλοσοφίας και
αρχιτέκτονες που να ξέρανε να βιδώνουν και καμιά βίδα. Αλλά πέρα από
αυτό, το επίπεδο εκπαίδευσης και μάλιστα πανεπιστημιακής είναι δείκτης
για το βιοτικό και πνευματικό επίπεδο ενός λαού, είναι δείκτης ανάπτυξης
και προόδου του. Σαφώς, δεν μπορεί να υλοποιηθεί κάτι τέτοιο στο
υπάρχον σύστημα, ούτε στα σημερινά πανεπιστήμια. Ωστόσο, ακόμη και
σήμερα, αυτή η αγοραία και αστικά κυριαρχούμενη, σε μεγάλο βαθμό, γνώση
που κατακτάς στο πανεπιστήμιο είναι πολύτιμη για όλους τους νέους,
ανεξάρτητα από το εργασιακό μέλλον που θα έχουν. Είναι μήτρα κριτικής
σκέψης και ορθολογισμού. Είναι η συλλογική ελπίδα μιας κοινωνίας για
πρόοδο και γνώση…..
Και εν πάση περιπτώσει, αυτοί που
βλέπουν ως παράλογο το αίτημα για ελεύθερη πρόσβαση, τι θεωρούν λογικό;
Να καθορίζεται στα 16 ή τα 17, η πορεία ενός ανθρώπου; Να καταδικάζονται
τα παιδιά των φτωχών; Να διαλύεται δύο χρόνια η ζωή των νέων; Να
υπάρχουν νοσοκομεία χωρίς ιατρούς και σχολεία χωρίς καθηγητές; Ας το
κλείσουμε εδώ καθώς διάφοροι παραλογισμοί μπορούν να ακολουθήσουν.
Θάνος Ανδρίτσος
http://www.toperiodiko.gr
Θάνος Ανδρίτσος
http://www.toperiodiko.gr
Κυριακή 13 Απριλίου 2014
Όπλα στην αρχαιότητα μέχρι τα κλασικά χρόνια.
Μαρίνα Δημητροκάλη, Κατερίνα Καλιακάτσου, Αργυρώ Δελιγιανήδου
- Δόρυ: Ακόντιο με λόγχη
- Ακόντιο: Δόρυ
- Ασπίδα: Κυκλικό αμυντικό όπλο που κάλυπτε όλο το σώμα των πολεμιστών. Τις περισσότερες φορές κατασκευάζονταν από δέρμα βοδιού, καλυμένο με μεταλλικές πλάκες.
- Σπαθί: Ξίφος
- Θώρακας: Κάλυπτε κυρίως το σώμα των πολεμιστών και κατασκευαζόταν από μέταλλο.
- Περικεφαλέα: Κράνος για να προστατεύει το κεφάλι του πολεμιστή.
- Περικνημίδα: Κάλυμα της κνήμης του ποδιού.
- Κριός: Είναι ένα πολιορκητικό όπλο με το οποίο καταστρέφανε τείχη και έσπαζαν κλειδωμένες πύλες.
- Καταπέλτης: Πολεμική μηχανή με την οποία έριχναν βέλη, πέτρες, σιδερένιες μπάλες και φλεγόμενη ύλη.
Μαρίνα Δημητροκάλη, Κατερίνα Καλιακάτσου, Αργυρώ Δελιγιανήδου
Παρασκευή 4 Απριλίου 2014
Διαθεματική Εργασία στο μάθημα της Γλώσσας...
TΑ ΟΠΛΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ
Ο αρχαίος οπλισμός από τον 11ο μέχρι τον 9ο αιώνα, όπως προκύπτει μέσα από τις πηγές αλλά και τα αρχαιολογικά ευρήματα, ήταν ιδιαίτερα περιορισμένος. Στον 8ο αιώνα αντίθετα φαίνεται να έχει εξελιχθεί πια, παρουσιάζοντας τη βασική διαμόρφωση που συναντάται και στους Περσικούς πολέμους, κυρίως ως προς τα είδη των χρησιμοποιούμενων όπλων. Μέσα στο διάστημα αυτό πραγματοποιήθηκε ένα σύνολο αλλαγών που αφορούσαν το σχήμα και το υλικό των όπλων, καθώς και τα υλικά κατασκευής τους, με σημαντικότερη εξέλιξη από άποψη τεχνικών βελτιώσεων, την προσθήκη της αντιλαβής, της δεύτερης δηλαδή λαβής της ασπίδας. Οι επόμενες αλλαγές στον οπλισμό του πεζικού σημειώθηκαν στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. τόσο στην Αθήνα όσο έπειτα και στο στρατό των Μακεδόνων, ενώ ένα σπουδαίο νεωτερισμό της εποχής αποτέλεσε ο καταπέλτης που ανακαλύφθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ.
Τα αρχαία όπλα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: τα επιθετικά και τα αμυντικά.
Επιθετικά όπλα ήταν τα αγχέμαχα: δόρυ, ξίφος, εγχειρίδιο και τα εκηβόλα: ακόντιο, τόξο, σφενδόνη.
Αμυντικά ήταν: η ασπίδα, ο θώρακας, το κράνος, οι κνημίδες και πιο σπάνια τα περιτραχήλια, οι ζώνες, τα προστατευτικά των σφυρών και τα καλύμματα των ποδιών, των μηρών και των βραχιόνων.
Στον οπλισμό γενικά ανήκαν επίσης το ρόπαλο, οι πέτρες, ο πέλεκυς, το άρμα, το πλοίο, ο ίππος και ο καταπέλτης.
Πιο συγκεκριμένα:
Δόρυ: Πρόκειται για ένα αρχαιότατο επιθετικό όπλο, γνωστό σε πολλούς αρχαίους λαούς, του οποίου η παρουσία μαρτυρείται από τη μυκηναϊκή εποχή. Η χρήση του σιδήρου για την κατασκευή της αιχμής του δόρατος σημειώνεται ήδη από τον 11ο αιώνα, ενώ γενικεύεται μέσα στο 10ο. Η μεταβολή αυτή δεν υπήρξε παρ' όλα αυτά καθολικού χαρακτήρα, καθώς σε διάφορες περιοχές, όπως στην Κρήτη για παράδειγμα, συνέχιζαν να κατασκευάζονται αιχμές από ορείχαλκο. Από την αρχαϊκή περίοδο ο ορείχαλκος μάλιστα αρχίζει να χρησιμοποιείται κατά κόρον για τις αιχμές του δόρατος.
Το δόρυ ήταν το κατεξοχήν επιθετικό όπλο και είχε μήκος μιάμιση φορά το ύψος του ανθρώπου. Αποτελούνταν από ένα στρόγγυλο κοντάρι, από ξύλο μελίτης ή αγριοκερασιάς,ιδιαίτερα ανθεκτικό και ξυσμένο, το λεγόμενο ξυστόν, με μία σιδερένια ή ορειχάλκινη αιχμή στο άκρο του, τη λόγχη. Η λόγχη διέθετε κεντρικό νεύρο και αυλό για τη στερέωση του δόρατος, ενώ η μορφή της δεν παρουσιάζει καμιά αισθητή εξέλιξη με τα χρόνια.Στην άλλη άκρη του κονταριού το δόρυ κατέληγε σε οξύ, μεταλλικό πέλμα, τον ουρίαχο ή στύρακα ή σαυρωτήρα, για να μπορεί να καρφώνεται στη γη, αλλά και να χρησιμοποιείται ως επιθετικό όπλο, σε περίπτωση που είχε καταστραφεί η λόγχη. Ο σαυρωτήρ ήταν πυραμιδοειδής σε σχήμα, χυτός από ορείχαλκο, με μήκος από 20 έως 40 εκατοστά.Το κοντάρι του δόρατος σε ορισμένες περιπτώσεις είχε επένδυση από δέρμα στο σημείο της λαβής, πράγμα που την καθιστούσε στερεότερη. Όταν το όπλο δεν ήταν σε χρήση, έμπαινε μέσα σε προστατευτική θήκη.Ένας εξελιγμένος τύπος δόρατος με μεγαλύτερο μήκος, προέκυψε στις αρχές του 4ου αιώνα, ειδικά για το σώμα των πελταστών. Αναπτυγμένος τύπος δόρατος ήταν και η σάρισα, το κύριο όπλο της μακεδονικής φάλαγγας, με μήκος διπλάσιο τουλάχιστον απ' το κανονικό.
Ξίφος: Στο 10ο αιώνα το ξίφος χρησιμοποιούνταν κυρίως ως επιθετικό όπλο των πολεμιστών που δεν διέθεταν δόρυ, καθώς είχε αρκετά μεγάλο μήκος. Αργότερα, το βραχύτερο ξίφος το χρησιμοποιούσαν οι οπλίτες ως επικουρικό όπλο, εάν είχε χαθεί το δόρυ τους ή εάν για κάποιο λόγο αδυνατούσαν να το χρησιμοποιήσουν. Για το ξίφος χρησιμοποιούνταν οι όροι άορ και φάσγανον.
Το ξίφος ήταν ένα επίμηκες, αιχμηρό έλασμα, σιδερένιο ή ορειχάλκινο, με λαβή συνήθως πλαισιωμένη από ξύλο. Ενώ αρχικά τα ξίφη ήταν κατασκευασμένα από ορείχαλκο, από τον 11ο αιώνα αρχίζουν να κατασκευάζονται και από σίδηρο σε μεγέθη που παρουσιάζουν μία μεγάλη σχετικά ποικιλία. Στο 10ο αιώνα τα ξίφη είναι λεπτά με μήκος 0,90μ., ενώ στον 8ο αι. έχουν μεγαλύτερο πάχος και μικρότερο μήκος. Με το πέρασμα των χρόνων το μήκος του ξίφους γίνεται δηλαδή όλο και πιο μικρό, ενώ κατασκευάζεται και νέος τύπος με μία κόψη και μήκος 0,55μ. για τους οπλίτες της φάλαγγας.Το ξίφος τοποθετημένο στη θήκη του στον κολεό, κρεμόταν με βραχύ τελαμώναστην αριστερά πλευρά, αρκετά ψηλά, περασμένο από το δεξιό ώμο του οπλίτη, ώστε να μπορεί να σύρεται με τη βοήθεια του αριστερού χεριού, τη στιγμή που η ασπίδα έμενε στη θέση της.Τα αρχαία ξίφη ήταν πάντοτε σιδερένια. Πέρα από το αιχμηρό, πλατύ αμφίστομο ξίφος, με μήκος από 48 - 68 εκ., που χρησίμευε τόσο για να τρυπάει όσο και για να κόβει, υπήρχε και η ανατολικής προέλευσης μάχαιρα ή κοπίς, με μία μόνο ελαφρώς καμπυλούμενη κόψη. Η ράχη της μάχαιρας μπορεί να ήταν ευθεία ή να καμπυλωνόταν ελαφρώς. Η λαβή είχε συνήθως μορφή αρπακτικού πτηνού.
Εγχειρίδιο:Το εγχειρίδιο ήταν ένα δευτερεύον επικουρικό όπλο των αρχαίων Ελλήνων. Ιδιαίτερα γνωστό ήταν το λακωνικό εγχειρίδιο.Πρόκειτε για να ένα όπλο με τη μορφή βραχέως ξίφους.
Ακόντιο:Το ακόντιο ήταν ένα όπλο σαν το δόρυ, αλλά βραχύτερο και ελαφρύτερο, το οποίο έριχναν εναντίον των αντιπάλων από απόσταση. Όπως αποδεικνύουν τα σχετικά ευρήματα, το ακόντιο ως πολεμικό εργαλείο χρησιμοποιούνταν από τον 7ο αιώνα. Στον Όμηρο αναφέρεται πολύ συχνά η χρήση του και μάλιστα στους βαριά οπλισμένους πολεμιστές οι οποίοι ξεκινούσαν πρώτα με τη ρίψη του ακοντίου.Το ακόντιο το χρησιμοποιούσαν οι πολεμιστές που είχαν δύο και τρία δόρατα, διαφορετικού μεγέθους συχνά, ώστε να ρίχνουν ένα ή δύο εναντίον του αντιπάλου, κρατώντας το βαρύτερο για τον αγώνα εκ του συστάδην. Αργότερα μάλιστα συγκρούονταν και ειδικά σώματα ακοντιστών ως τμήματα ελαφρού πεζικού.
Το μήκος του ακοντίου ήταν αρκετό και η αιχμή του ήταν μικρότερη από την αιχμή του δόρατος. Σε αρκετές περιπτώσεις για να ενισχύεται η φόρα του και να φτάνει σε μεγαλύτερη απόσταση, διέθετε στη λαβή του, στο κέντρο περίπου του κονταριού, ένα περιτύλιγμα από κορδόνι. Το σύνηθες βεληνεκές του ήταν κάτω από είκοσι μέτρα.Η χρήση του ακοντίου προϋπέθετε σχετική άσκηση, ώστε να φεύγει μακριά και να κατευθύνεται κάπου με ακρίβεια.
Τόξο:Το τόξο, αρχαίο όπλο με συνεχή παρουσία στην Κρήτη, όπου και πρωτοεντοπίζεται, ήταν όπλο που έριχνε βέλη σε απόσταση. Στην ηπειρωτική Ελλάδα ύστερα από τα μυκηναϊκά χρόνια, η χρήση του τόξου μαρτυρείται από τον 8ο αιώνα. Στον Όμηρο το τόξο αναφέρεται συχνά και στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα.
Το τόξο ήταν κατασκευασμένο από ξύλο κρανιάς, σκληρό αλλά και ελαστικό, και αποτελούνταν από ένα καμπύλο στέλεχος ισχυρό και εύκαμπτο. Η χορδή του τόξου που δένονταν στα δύο άκρα του στελέχους, ήταν κατασκευασμένη από νεύρα ή συνεστραμμένα έντερα ζώων. Τα βέλη του τόξου, ιός ή οϊστός, ήταν μικρογραφία του ακοντίου με μήκος 0,45μ. έως 0,60 μ. Η αιχμή του βέλους ήταν σιδερένια ή ορειχάλκινη, ενώ στην αντίθετη προς την αιχμή πλευρά το βέλος διέθετε χάραγμα, τη γλυφίδα, για να εισέρχεται μέσα στηνευρά. Τα βέλη ήταν τοποθετημένα σε ειδική θήκη με πώμα, τη φαρέτραπου χωρούσε έως είκοσι βέλη. Η θήκη του τόξου λεγόταν γωρυτός.
Σφενδόνη:Αποτελούνταν από ένα κομμάτι δέρμα με δεμένους στα δύο άκρα τους ιμάντες που είχαν μήκος 0,60 μ. ο καθένας. Τα βλήματα της σφενδόνης ήταν μικρές πέτρες στην αρχή και μικρές ελλειψοειδείς σφαίρες από άργιλο ή μέταλλο, κυρίως μόλυβδο, έπειτα. Το υλικό κατασκευής της σφενδόνης ήταν φθαρτό και έτσι η παρουσία της πιστοποιείται από τα βλήματα, αλλά και τις σπάνιες απεικονίσεις της στην τέχνη.
Ο χειριστής της σφενδόνης αφού τοποθετούσε το βλήμα στο κέντρο του δέρματος και κρατούσε με το χέρι του τους δύο ιμάντες από τα άκρα, τον ένα μάλιστα σταθερότερα, περιέστρεφε με ταχύτητα τη σφενδόνη. Σε μία στιγμή άφηνε απότομα τον ιμάντα που κρατούσε χαλαρότερα, οπότε το βλήμα ελευθερώνονταν, καθώς άνοιγε το διπλωμένο ως τότε δέρμα και εκσφενδονιζόταν με ταχύτητα προς την κατεύθυνση σκόπευσης. Για την καλύτερη χρήση του όπλου απαιτούνταν η εξάσκηση του χειριστή και η καλή μυϊκή του δύναμη.
Ασπίδα: Η ασπίδα ήταν φορητός δίσκος με επαρκή ανθεκτικότητα, αλλά και μέγεθος, ώστε να προστατεύει τον πολεμιστή από τα χτυπήματα των αντιπάλων. Ως προς το μέγεθος, τα υλικά κατασκευής αλλά και το σχήμα της, η ασπίδα παρουσίαζε σχετικά μεγάλη ποικιλία.
Η ασπίδα των Ομηρικών επών ήταν μεγάλη για να καλύπτει όλο το σώμα του πολεμιστή, με ένα ή περισσότερα στρώματα από δέρμα βοδιού και επικάλυψη από μέταλλο. Η ασπίδα του Αίαντα είχε επτά στρώματα από δέρμα βοδιού και το όγδοο από μέταλλο, ενώ του Αχιλλέα ήταν από πέντε αλλεπάλληλες πλάκες μετάλλου.Στην αρχή η ασπίδα κατασκευάζονταν από κλαδιά δέντρων, κυρίως της ιτιάς, που πλέκονταν μεταξύ τους και καλύπτονταν με γύψο, δέρμα βοδιού και χαλκό. Αργότερα ο σκελετός της ήταν συνήθως από ξύλο που καλυπτόταν εξωτερικά με δέρμα είτε από χαλκό και ορείχαλκο. Στον 11ο και 10ο αιώνα οι τρεις τύποι ασπίδας της μυκηναϊκής εποχής, η οκτόσχημη, αυτή σε σχήμα πύργου και η στρογγυλή, χρησιμοποιούνταν ακόμη, τροποποιημένοι όμως κυρίως ως προς τις διαστάσεις τους που ήταν μικρότερες.Στον 9ο και 8ο αιώνα υπήρχαν τρεις κύριοι τύποι ασπίδων: ο ορθογώνιος ή τετράγωνος, ο τύπος του Διπύλου με τοξοειδείς μεγάλες εγκοπές στα πλάγια και ο στρογγυλός. Από αυτούς, ο τύπος Διπύλου, καθώς και ο τετράγωνος ή ορθογώνιος είχαν τελαμώνα, ώστε να αναρτώνται από το λαιμό του πολεμιστή για να έχει τα χέρια του ελεύθερα. Πιθανόν μάλιστα να είχαν και μία κεντρική λαβή, ενώ η στρογγυλή ασπίδα είχε στο εσωτερικό της ένα χαρακτηριστικό κρίκο για την εξάρτησή της.Η βοιωτική ασπίδααποτελεί μία παραλλαγή της ασπίδας του Διπύλου με δύο πλάγιες εγκοπές, αλλά μικρότερες. Η ονομασία της προέρχεται από την παρουσία της επάνω στα βοιωτικά νομίσματα απ' όπου και γίνεται γνωστή.Στα τέλη του 8ου αιώνα εμφανίζεται νέος τύπος ασπίδας με μεταλλική κάλυψη σε όλη την επιφάνεια και με μία λαβή στο κέντρο της.Η μεγάλη στρόγγυλη ασπίδα, γνωστή ως όπλον η οποία επικράτησε σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις εμφανίστηκε στο Άργος στα τέλη του 8ου αιώνα. Η ασπίδα αυτή ήταν μάλιστα που έδωσε το όνομά της στους οπλίτες, δηλαδή στους πολεμιστές που την κρατούσαν. Το κυκλικό σχήμα της επελέγη μάλλον γιατί ήταν εύχρηστο, καθώς η κίνηση του κορμού και των βραχιόνων του πολεμιστή εγγράφονται σε κύκλο. Επιπλέον έτσι δίνονταν η δυνατότητα και για καλύτερη θέαση του εχθρού.Η ασπίδα αυτή είχε διάμετρο 0,90μ. καλύπτοντας τον πολεμιστή από το σαγόνι μέχρι το γόνατο. Ήταν ελαφρά κυρτή με επίπεδη την περιφέρειά της, με σκελετό από ξύλο και ενίσχυση από ορείχαλκο. Η στεφάνη της ήταν πάντοτε επενδεδυμένη με ορείχαλκο και έφερε συνήθως ανάγλυφη διακόσμηση.Το βασικό χαρακτηριστικό της ασπίδας αυτής ήταν το σύστημα της διπλής λαβής στο εσωτερικό. Εκεί ήταν τοποθετημένη μία ορειχάλκινη επικολλημένη ταινία που σχημάτιζε στη μέση λαβή και ονομάζονταν πόρπαξ. Στο δεξιό άκρο της εσωτερικής πλευράς υπήρχε παράλληλα με τον πόρπακα μία λαβή από δερμάτινο ιμάντα, η αντιλαβή. Στην περίμετρο της ασπίδας υπήρχε εσωτερικά σειρά από κρίκους εξαρτημένους από την αντύγα. Δύο από αυτούς χρησίμευαν για τη στερέωση της αντιλαβής, έτσι ώστε η ασπίδα να κρατιέται σταθερά από δύο μεριές, με το βραχίονα να είναι περασμένος στον πόρπακα και το χέρι να κρατά την αντιλαβή. Οι ιμάντες που συνδέουν μεταξύ τους τους υπολοίπους κρίκους, χρησίμευαν για την ανάρτηση της ασπίδας στην πλάτη. Το σύστημα της διπλής λαβής ήταν καθαρά ελληνική επινόηση και έδινε τη δυνατότητα ο οπλίτης να ανακουφίζεται από το μεγάλο βάρος της ασπίδας, να την κρατά σταθερά σε θέση λοξή ώστε να αποστρακίζει τα βλήματα, αλλά και να μπορεί να αφήνει την αντιλαβή για να κρατήσει ένα δεύτερο όπλο. Στην εξωτερική της πλευρά η ασπίδα έφερε συνήθως κάποιο έμβλημα, ενώ ένα ύφασμα κρεμασμένο στο κάτω μέρος της χρησίμευε για την προστασία των ποδιών από τα βέλη.
Θώρακας:Ο αρχαίος θώρακας ήταν περικάλυμμα του κορμού από έλασμα μεταλλικό ή από δέρμα ή από λινάρι, με ενίσχυση από μετάλλινες πλάκες, που φοριόταν επάνω από τον κοντό χιτώνα.
Για τον 11ο και 10ο αιώνα η έρευνα συμπεραίνει λόγω της έλλειψης των ευρημάτων, ότι τα υλικά των θωράκων ήταν φθαρτά και έτσι δεν σώθηκαν σχετικά κατάλοιπα. Από τον 8ο αιώνα όμως παρουσιάζονται θώρακες από ορείχαλκο, κωδωνόσχημοι, όπως αυτός που ανακαλύφθηκε στο Άργος το 1953 σε σχήμα καμπάνας, αποτελούμενος από δύο ορειχάλκινες πλάκες συναρμοσμένες στους ώμους και κάτω από τους βραχίονες.Ο ορειχάλκινος θώρακας χρησιμοποιούνταν στην Ελλάδα επί δύο αιώνες σε διάφορες παραλλαγές, προσφέροντας ισχυρή προστασία. Αποτελούνταν μάλιστα από δύο μέρη: το στήθος και την πλάτη, που συνδέονταν μεταξύ τους στους ώμους και στα πλάγια, με εγχάρακτη ή ανάγλυφη απόδοση της ανατομίας του σώματος. Η κάτω απόληξη αυτού του θώρακα γύριζε ελαφρά προς τα έξω για καλύτερη προστασία από το δόρυ. Στα τέλη του 6ου αιώνα στο ευαίσθητο σημείο απόληξης του θώρακα προστέθηκαν οι πτέρυγες, μια διπλή σειρά από μεταλλικές ή δερμάτινες με μεταλλική επένδυση λωρίδες, με κλειδώσεις για ελευθερία κινήσεων. Το μειονέκτημα αυτού του θώρακα ήταν το βάρος του που έκανε τον πολεμιστή πολύ δυσκίνητο.Τον τύπο αυτού του θώρακα διαδέχτηκε ο μεταλλικός θώρακας με πλαστική απόδοση των μυών του στήθους και της κοιλιάς, ο οποίος κατεβαίνει χαμηλότερα καλύπτοντας τη βουβωνική χώρα. Και εδώ προσαρτούνται οι πτέρυγες. Ο ανατομικός αυτός θώρακας επικρατεί κυρίως μέσα στον 5ο αιώνα.Κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα υιοθετήθηκε η λογική του συνδυασμού ευλυγισίας μέσω του λινού και προστασίας μέσω του ορείχαλκου, μέσα από ένα σύνθετο τύπο θώρακα. Ο νέος αυτός θώρακας ήταν κατασκευασμένος από λινό, δέρμα και μέταλλο. Τα τμήματά του ήταν το κύριο μέρος που κάλυπτε τον κορμό ως την οσφύ, το περιτραχήλιο ραμμένο στις ωμοπλάτες και σχεδιασμένο για να προστατεύει τις ωμοπλάτες και τον τράχηλο, οι δύο επωμίδες οι οποίες έρχονταν πάνω από τους ώμους για να δέσουν μπροστά στο ύψος του στήθους και οι πτέρυγες, σειρά δερμάτινων γλωσσίδων που κρέμονταν από το κάτω άκρο του κύριου μέρους του θώρακα για να προστατεύουν το κάτω μέρος του κορμού. Απεικονίσεις τέτοιων θωράκων συναντούμε σε μνημεία του τέλους του 6ου αιώνα, όπως στη στήλη του Αριστίωνος αλλά και στα ερυθρόμορφα αγγεία του 5ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία είχε ο θώρακας αυτός στην επίθεση.
Κράνος:Το κράνος ήταν το κάλυμμα της κεφαλής των αρχαίων, κατασκευασμένο από μέταλλο με εσωτερική επένδυση από δέρμα ή πίλημα. Προστάτευε από τα βλήματα το κρανίο του πολεμιστή, σ' ένα βαθμό το υπόλοιπο κεφάλι, αλλά και τον αυχένα.
Παλιά τα κράνη κατασκευάζονταν από δέρμα σκύλου, κυνός, και για το λόγο αυτό ονομαζόταν κυνέη, μια ονομασία που παρέμεινε και αφού το κράνος έγινε μεταλλικό. Το κράνος σε κάποιες περιπτώσεις έφερε διακοσμήσεις ανάγλυφες ή εγχάρακτες, κυρίως στα καλύμματα των παρειών, ενώ στο επάνω μέρος έφερε ένα ή περισσότερα λοφία με τρίχες αλόγου ή φτερά.Κατά την αρχαιότητα υπήρχε πλήθος κρανών, διαφόρων τύπων. Τα κράνη του 11ου, 10ου και 9ου αιώνα πιθανόν ήταν από δέρμα χωρίς μεταλλική επένδυση και γι' αυτό δε βρέθηκαν σχετικά ίχνη. Από τον 8ο αιώνα σώζονται ορειχάλκινα αγαλματίδια τα οποία φέρουν κωνικού σχήματος κράνη, χωρίς όμως να έχουμε πληροφορίες για το υλικό της κατασκευής τους. Το αρχαιότερο ελληνικό κράνος ανακαλύφθηκε σε τάφο του Άργους αποτελούμενο από ένα κωνικό σώμα που κάλυπτε το μέτωπο και τον αυχένα, τις δύο παραγναθίδες και ένα ψηλό λοφίο σε σχήμα πετάλου αλόγου.Από τα τέλη του 8ου αιώνα ανακαλύπτεται ανώτερος τύπος κράνους. Η αρχαιότερη μορφή αυτού του κράνους που ονομάζεται κορινθιακό, ήταν ενιαία, αποτελούμενη από ένα μόνο μετάλλινο έλασμα που κάλυπτε σχεδόν όλο το κεφάλι από τον αυχένα και πάνω. Αναλυτικότερα, το κάτω μέρος του κράνους κάλυπτε αρκετά τον αυχένα, προχωρούσε προς τα μπρος και ενωνόταν σχεδόν στο μπροστινό μέρος του προσώπου, αφήνοντας ένα μικρό άνοιγμα για τα μάτια και το στόμα. Στα άκρα του κράνους υπήρχε μία σειρά από διατρήσεις για να στερεώνεται η εσωτερική επένδυση. Το λοφίο ήταν ένα μετάλλινο, ανεξάρτητο τεμάχιο που προσαρμόζονταν στο κυρίως κράνος. Η μύτη στο κράνος αυτό προστατευόταν από το επιρίνιον.Το κορινθιακό κράνος επικράτησε ευρύτατα στον ελληνικό χώρο και χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα από τους οπλίτες της φάλαγγας. Το μειονέκτημά του ήταν ότι περιόριζε λόγω κατασκευής την ακοή και την όραση του πολεμιστή. Επρόκειτο παρ' όλα αυτά για τον συνηθέστερο τύπο κράνους κατά την εποχή του οπλίτη και αποτελούσε μία αξιόλογη τεχνική πρόοδο της εποχής. Οι νησιώτες στον 7ο αιώνα διαμόρφωσαν με έντονες ιδιαιτερότητες την παραλλαγή του κορινθιακού κράνους χωρίς επιρίνιο και χωρίς καμπύλωση στην κάτω παρυφή. (σαν κράνος μηχανάκι)Το κορινθιακό κράνος παρουσιάζει με τα χρόνια μία εξέλιξη. Η πρώτη εξέλιξη που παρουσιάζει, έχει να κάνει με την αύξηση του μήκους, τις διακοσμήσεις στα άκρα και τις εγκοπές στα πλάγια, ώστε να μην ενοχλούνται ο αυχένας και οι ώμοι και να μπορεί να γίνεται κανονικά χωρίς εμπόδιο η στροφή της κεφαλής. Μία ακόμη πιο εξελιγμένη μορφή του τύπου αυτού στα τέλη του 6ου αι. διέθετε μία πιο καμπύλη γραμμή και μάλιστα συχνά με άνοιγμα στα αυτιά, δίνοντας μάλιστα δυνατότητα να σηκώνεται το κράνος σε ώρες πορείας ή διακοπής της μάχης.Εκτός από το κράνος κορινθιακού τύπου, υπήρχαν και άλλα των οποίων η κυκλοφορία περιορίζονταν σε ορισμένες περιοχές, όπως ένα απλό κράνος που συναντάται στην Κρήτη, καθώς και το ιλλυρικό κράνος, επινόηση ελληνική που εμφανίστηκε αρχικά στην Πελοπόννησο στις αρχές του 7ου αιώνα και πολύ αργότερα στην Ιλλυρία και αλλού. Το ιλλυρικό κράνος άφηνε το πρόσωπο του πολεμιστή ελεύθερο, ενώ κατασκευάζονταν σε δύο τμήματα με το αδύνατο σημείο της ένωσης να ενισχύεται από το λόφο (εικ. 23 Σν).Οι νέοι τύποι κράνους από τα τέλη του 7ου αιώνα είναι το λεγόμενο ιωνικό, το αττικόκαι το χαλκιδικόκράνος. Το ιωνικό εμφανίστηκε λίγο πριν το 600 π.Χ. στη Ρόδο, με κινητές παραγναθίδες, που κατασκευάζονταν χωριστά και συνδέονταν ενίοτε στο κύριο τμήμα με γίγγλυμο. Το αττικό συναντάται σε αγγεία μελανόμορφα του α΄ μισού του 6ου αιώνα και είναι ένα ελαφρύ, ανοιχτό κράνος, ενώ το χαλκιδικό εμφανίζεται σε χαλκιδικά μελανόμορφα αγγεία από τις αποικίες της Χαλκίδας σε Ιταλία και Σικελία. Το χαλκιδικού τύπου κράνος μοιάζει πολύ περισσότερο με το κορινθιακό, αλλά αφήνει ανεμπόδιστα τα αυτιά του φέροντος.Ένα απλό κράνος των αρχών του 5ου αιώνα ήταν το βοιωτικό σε σχήμα σκούφου, με γείσο αρκετά κυρτό σε όλη την περιφέρειά του. Το κράνος αυτό δεν είχε κάλυμμα ούτε για τον αυχένα, ούτε για τις παρειές και άφηνε το πρόσωπο ελεύθερο, παρέχοντας περιορισμένη ασφάλεια αλλά και άνετη ορατότητα.Το θρακικό επίσης ή φρυγικό κράνος είχε μεγάλη διάδοση στον 4ο αιώνα και αποτελούσε το πρότυπο για τους περισσότερους ελληνιστικούς τύπους. Τούτο είχε ομοιότητες με το αττικό, κατέληγε όμως σε υψηλή συχνά καμπυλούμενη προς τα μπρος κορυφή, όπως ο φρυγικός σκούφος και χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερα μακρές, πτυσσόμενες παραγναθίδες.Ως προς το υλικό, το κράνος ήταν πάντα σχεδόν ορειχάλκινο ή σιδερένιο στον 4ο αιώνα. Χαρακτηριστική ήταν η εξέλιξη του κράνους στην κλασσική εποχή, η αντικατάστασή του δηλαδή ουσιαστικά από τον πίλο, τον κωνικό σκούφο. Ο πίλος απεικονίζεται συχνά στις παραστάσεις του 5ου και στις αρχές του 4ου αιώνα. Αρχικά επρόκειτο για ένα απλό τσόχινο σκούφο, που φοριόταν κάτω από την περικεφαλαία, την οποία από το 469-450 έτεινε να αντικαταστήσει. Το σχήμα λοιπόν του πίλου αντιγράφηκε σε μέταλλο ή ενισχύθηκε με μεταλλικές λάμες και η χρήση του γενικεύθηκε μέσα στον 4ο αιώνα.Γενικά απ' όλα τα κράνη μεγαλύτερη διάδοση γνώρισαν το κορινθιακό και από τον 6ο αιώνα το αττικό. Στον 5ο και 4ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε κυρίως το βοιωτικό, το οποίο ο Ξενοφών συστήνει στο ιππικό για άνεση στην όραση. Στις βορειότερες περιοχές της Ελλάδας χρησιμοποιούνταν το ιλλυρικό και το θρακικό.Από τεχνολογικής άποψης το κράνος αποτελεί ένα ιδιαίτερα προηγμένο προϊόν. Η σφυρηλάτηση ενός πλήρους καλύμματος κεφαλής, από ένα χάλκινο έλασμα ήταν ένα επίτευγμα που απαιτούσε από τον μεταλλουργό εξαιρετική δεξιότητα. Η εμφάνιση διαφόρων τύπων κράνους στην αρχαιότητα έχει να κάνει και με τον τοπικισμό, ένα φαινόμενο που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στους σκοτεινούς χρόνους στην Ελλάδα.
Κνημίδες:Οι αρχαίες κνημίδες ήταν επιμήκεις πλάκες, επίκυρτες και ορειχάλκινες, των οποίων η συναρμολόγηση γινόταν με πόρπες στο κάτω άκρο τους γύρω από τα σφυρά με εσωτερική επένδυση από ύφασμα. Η διαμόρφωσή τους ήταν ιδιαίτερα προσεγμένη, ώστε να προσαρμόζονται όσο το δυνατόν καλύτερα στους μυς της κνήμης του πολεμιστή.
Σε παραστάσεις αγγείων του 7ου αιώνα εμφανίζονται κνημίδες με σχέδια εγχάρακτα ή ζωγραφιστά, καλύπτοντας την κνήμη από την κορυφή της επιγονατίδας ως τον ταρσό, διαφέροντας έτσι από τις βραχύτερες μυκηναϊκές κνημίδες. Προς το τέλος μάλιστα του 7ου αιώνα διαμορφώνεται ένας νέος τύπος κνημίδας προσαρμοσμένος αρκετά στην ανατομία της κνήμης, με σειρά διατρήσεων που χρησίμευαν ώστε να στερεώνεται η εσωτερική υφασμάτινη επένδυση. Ακόμη μεγαλύτερη εφαρμογή στις κνήμες επετεύχθη στα τέλη του 6ου αιώνα οπότε και σημειώνεται μια νέα εξέλιξη στο σχήμα των κνημίδων.
Στεφανία Τσιλιβάκη,Μαρίζα Σαμαλτάνου,Τσολακίδου Εύα,Αντωνία Σκουλαξίνου
Ο αρχαίος οπλισμός από τον 11ο μέχρι τον 9ο αιώνα, όπως προκύπτει μέσα από τις πηγές αλλά και τα αρχαιολογικά ευρήματα, ήταν ιδιαίτερα περιορισμένος. Στον 8ο αιώνα αντίθετα φαίνεται να έχει εξελιχθεί πια, παρουσιάζοντας τη βασική διαμόρφωση που συναντάται και στους Περσικούς πολέμους, κυρίως ως προς τα είδη των χρησιμοποιούμενων όπλων. Μέσα στο διάστημα αυτό πραγματοποιήθηκε ένα σύνολο αλλαγών που αφορούσαν το σχήμα και το υλικό των όπλων, καθώς και τα υλικά κατασκευής τους, με σημαντικότερη εξέλιξη από άποψη τεχνικών βελτιώσεων, την προσθήκη της αντιλαβής, της δεύτερης δηλαδή λαβής της ασπίδας. Οι επόμενες αλλαγές στον οπλισμό του πεζικού σημειώθηκαν στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. τόσο στην Αθήνα όσο έπειτα και στο στρατό των Μακεδόνων, ενώ ένα σπουδαίο νεωτερισμό της εποχής αποτέλεσε ο καταπέλτης που ανακαλύφθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ.
Τα αρχαία όπλα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: τα επιθετικά και τα αμυντικά.
Επιθετικά όπλα ήταν τα αγχέμαχα: δόρυ, ξίφος, εγχειρίδιο και τα εκηβόλα: ακόντιο, τόξο, σφενδόνη.
Αμυντικά ήταν: η ασπίδα, ο θώρακας, το κράνος, οι κνημίδες και πιο σπάνια τα περιτραχήλια, οι ζώνες, τα προστατευτικά των σφυρών και τα καλύμματα των ποδιών, των μηρών και των βραχιόνων.
Στον οπλισμό γενικά ανήκαν επίσης το ρόπαλο, οι πέτρες, ο πέλεκυς, το άρμα, το πλοίο, ο ίππος και ο καταπέλτης.
Πιο συγκεκριμένα:
Δόρυ: Πρόκειται για ένα αρχαιότατο επιθετικό όπλο, γνωστό σε πολλούς αρχαίους λαούς, του οποίου η παρουσία μαρτυρείται από τη μυκηναϊκή εποχή. Η χρήση του σιδήρου για την κατασκευή της αιχμής του δόρατος σημειώνεται ήδη από τον 11ο αιώνα, ενώ γενικεύεται μέσα στο 10ο. Η μεταβολή αυτή δεν υπήρξε παρ' όλα αυτά καθολικού χαρακτήρα, καθώς σε διάφορες περιοχές, όπως στην Κρήτη για παράδειγμα, συνέχιζαν να κατασκευάζονται αιχμές από ορείχαλκο. Από την αρχαϊκή περίοδο ο ορείχαλκος μάλιστα αρχίζει να χρησιμοποιείται κατά κόρον για τις αιχμές του δόρατος.
Το δόρυ ήταν το κατεξοχήν επιθετικό όπλο και είχε μήκος μιάμιση φορά το ύψος του ανθρώπου. Αποτελούνταν από ένα στρόγγυλο κοντάρι, από ξύλο μελίτης ή αγριοκερασιάς,ιδιαίτερα ανθεκτικό και ξυσμένο, το λεγόμενο ξυστόν, με μία σιδερένια ή ορειχάλκινη αιχμή στο άκρο του, τη λόγχη. Η λόγχη διέθετε κεντρικό νεύρο και αυλό για τη στερέωση του δόρατος, ενώ η μορφή της δεν παρουσιάζει καμιά αισθητή εξέλιξη με τα χρόνια.Στην άλλη άκρη του κονταριού το δόρυ κατέληγε σε οξύ, μεταλλικό πέλμα, τον ουρίαχο ή στύρακα ή σαυρωτήρα, για να μπορεί να καρφώνεται στη γη, αλλά και να χρησιμοποιείται ως επιθετικό όπλο, σε περίπτωση που είχε καταστραφεί η λόγχη. Ο σαυρωτήρ ήταν πυραμιδοειδής σε σχήμα, χυτός από ορείχαλκο, με μήκος από 20 έως 40 εκατοστά.Το κοντάρι του δόρατος σε ορισμένες περιπτώσεις είχε επένδυση από δέρμα στο σημείο της λαβής, πράγμα που την καθιστούσε στερεότερη. Όταν το όπλο δεν ήταν σε χρήση, έμπαινε μέσα σε προστατευτική θήκη.Ένας εξελιγμένος τύπος δόρατος με μεγαλύτερο μήκος, προέκυψε στις αρχές του 4ου αιώνα, ειδικά για το σώμα των πελταστών. Αναπτυγμένος τύπος δόρατος ήταν και η σάρισα, το κύριο όπλο της μακεδονικής φάλαγγας, με μήκος διπλάσιο τουλάχιστον απ' το κανονικό.
Ξίφος: Στο 10ο αιώνα το ξίφος χρησιμοποιούνταν κυρίως ως επιθετικό όπλο των πολεμιστών που δεν διέθεταν δόρυ, καθώς είχε αρκετά μεγάλο μήκος. Αργότερα, το βραχύτερο ξίφος το χρησιμοποιούσαν οι οπλίτες ως επικουρικό όπλο, εάν είχε χαθεί το δόρυ τους ή εάν για κάποιο λόγο αδυνατούσαν να το χρησιμοποιήσουν. Για το ξίφος χρησιμοποιούνταν οι όροι άορ και φάσγανον.
Το ξίφος ήταν ένα επίμηκες, αιχμηρό έλασμα, σιδερένιο ή ορειχάλκινο, με λαβή συνήθως πλαισιωμένη από ξύλο. Ενώ αρχικά τα ξίφη ήταν κατασκευασμένα από ορείχαλκο, από τον 11ο αιώνα αρχίζουν να κατασκευάζονται και από σίδηρο σε μεγέθη που παρουσιάζουν μία μεγάλη σχετικά ποικιλία. Στο 10ο αιώνα τα ξίφη είναι λεπτά με μήκος 0,90μ., ενώ στον 8ο αι. έχουν μεγαλύτερο πάχος και μικρότερο μήκος. Με το πέρασμα των χρόνων το μήκος του ξίφους γίνεται δηλαδή όλο και πιο μικρό, ενώ κατασκευάζεται και νέος τύπος με μία κόψη και μήκος 0,55μ. για τους οπλίτες της φάλαγγας.Το ξίφος τοποθετημένο στη θήκη του στον κολεό, κρεμόταν με βραχύ τελαμώναστην αριστερά πλευρά, αρκετά ψηλά, περασμένο από το δεξιό ώμο του οπλίτη, ώστε να μπορεί να σύρεται με τη βοήθεια του αριστερού χεριού, τη στιγμή που η ασπίδα έμενε στη θέση της.Τα αρχαία ξίφη ήταν πάντοτε σιδερένια. Πέρα από το αιχμηρό, πλατύ αμφίστομο ξίφος, με μήκος από 48 - 68 εκ., που χρησίμευε τόσο για να τρυπάει όσο και για να κόβει, υπήρχε και η ανατολικής προέλευσης μάχαιρα ή κοπίς, με μία μόνο ελαφρώς καμπυλούμενη κόψη. Η ράχη της μάχαιρας μπορεί να ήταν ευθεία ή να καμπυλωνόταν ελαφρώς. Η λαβή είχε συνήθως μορφή αρπακτικού πτηνού.
Εγχειρίδιο:Το εγχειρίδιο ήταν ένα δευτερεύον επικουρικό όπλο των αρχαίων Ελλήνων. Ιδιαίτερα γνωστό ήταν το λακωνικό εγχειρίδιο.Πρόκειτε για να ένα όπλο με τη μορφή βραχέως ξίφους.
Ακόντιο:Το ακόντιο ήταν ένα όπλο σαν το δόρυ, αλλά βραχύτερο και ελαφρύτερο, το οποίο έριχναν εναντίον των αντιπάλων από απόσταση. Όπως αποδεικνύουν τα σχετικά ευρήματα, το ακόντιο ως πολεμικό εργαλείο χρησιμοποιούνταν από τον 7ο αιώνα. Στον Όμηρο αναφέρεται πολύ συχνά η χρήση του και μάλιστα στους βαριά οπλισμένους πολεμιστές οι οποίοι ξεκινούσαν πρώτα με τη ρίψη του ακοντίου.Το ακόντιο το χρησιμοποιούσαν οι πολεμιστές που είχαν δύο και τρία δόρατα, διαφορετικού μεγέθους συχνά, ώστε να ρίχνουν ένα ή δύο εναντίον του αντιπάλου, κρατώντας το βαρύτερο για τον αγώνα εκ του συστάδην. Αργότερα μάλιστα συγκρούονταν και ειδικά σώματα ακοντιστών ως τμήματα ελαφρού πεζικού.
Το μήκος του ακοντίου ήταν αρκετό και η αιχμή του ήταν μικρότερη από την αιχμή του δόρατος. Σε αρκετές περιπτώσεις για να ενισχύεται η φόρα του και να φτάνει σε μεγαλύτερη απόσταση, διέθετε στη λαβή του, στο κέντρο περίπου του κονταριού, ένα περιτύλιγμα από κορδόνι. Το σύνηθες βεληνεκές του ήταν κάτω από είκοσι μέτρα.Η χρήση του ακοντίου προϋπέθετε σχετική άσκηση, ώστε να φεύγει μακριά και να κατευθύνεται κάπου με ακρίβεια.
Τόξο:Το τόξο, αρχαίο όπλο με συνεχή παρουσία στην Κρήτη, όπου και πρωτοεντοπίζεται, ήταν όπλο που έριχνε βέλη σε απόσταση. Στην ηπειρωτική Ελλάδα ύστερα από τα μυκηναϊκά χρόνια, η χρήση του τόξου μαρτυρείται από τον 8ο αιώνα. Στον Όμηρο το τόξο αναφέρεται συχνά και στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα.
Το τόξο ήταν κατασκευασμένο από ξύλο κρανιάς, σκληρό αλλά και ελαστικό, και αποτελούνταν από ένα καμπύλο στέλεχος ισχυρό και εύκαμπτο. Η χορδή του τόξου που δένονταν στα δύο άκρα του στελέχους, ήταν κατασκευασμένη από νεύρα ή συνεστραμμένα έντερα ζώων. Τα βέλη του τόξου, ιός ή οϊστός, ήταν μικρογραφία του ακοντίου με μήκος 0,45μ. έως 0,60 μ. Η αιχμή του βέλους ήταν σιδερένια ή ορειχάλκινη, ενώ στην αντίθετη προς την αιχμή πλευρά το βέλος διέθετε χάραγμα, τη γλυφίδα, για να εισέρχεται μέσα στηνευρά. Τα βέλη ήταν τοποθετημένα σε ειδική θήκη με πώμα, τη φαρέτραπου χωρούσε έως είκοσι βέλη. Η θήκη του τόξου λεγόταν γωρυτός.
Σφενδόνη:Αποτελούνταν από ένα κομμάτι δέρμα με δεμένους στα δύο άκρα τους ιμάντες που είχαν μήκος 0,60 μ. ο καθένας. Τα βλήματα της σφενδόνης ήταν μικρές πέτρες στην αρχή και μικρές ελλειψοειδείς σφαίρες από άργιλο ή μέταλλο, κυρίως μόλυβδο, έπειτα. Το υλικό κατασκευής της σφενδόνης ήταν φθαρτό και έτσι η παρουσία της πιστοποιείται από τα βλήματα, αλλά και τις σπάνιες απεικονίσεις της στην τέχνη.
Ο χειριστής της σφενδόνης αφού τοποθετούσε το βλήμα στο κέντρο του δέρματος και κρατούσε με το χέρι του τους δύο ιμάντες από τα άκρα, τον ένα μάλιστα σταθερότερα, περιέστρεφε με ταχύτητα τη σφενδόνη. Σε μία στιγμή άφηνε απότομα τον ιμάντα που κρατούσε χαλαρότερα, οπότε το βλήμα ελευθερώνονταν, καθώς άνοιγε το διπλωμένο ως τότε δέρμα και εκσφενδονιζόταν με ταχύτητα προς την κατεύθυνση σκόπευσης. Για την καλύτερη χρήση του όπλου απαιτούνταν η εξάσκηση του χειριστή και η καλή μυϊκή του δύναμη.
Ασπίδα: Η ασπίδα ήταν φορητός δίσκος με επαρκή ανθεκτικότητα, αλλά και μέγεθος, ώστε να προστατεύει τον πολεμιστή από τα χτυπήματα των αντιπάλων. Ως προς το μέγεθος, τα υλικά κατασκευής αλλά και το σχήμα της, η ασπίδα παρουσίαζε σχετικά μεγάλη ποικιλία.
Η ασπίδα των Ομηρικών επών ήταν μεγάλη για να καλύπτει όλο το σώμα του πολεμιστή, με ένα ή περισσότερα στρώματα από δέρμα βοδιού και επικάλυψη από μέταλλο. Η ασπίδα του Αίαντα είχε επτά στρώματα από δέρμα βοδιού και το όγδοο από μέταλλο, ενώ του Αχιλλέα ήταν από πέντε αλλεπάλληλες πλάκες μετάλλου.Στην αρχή η ασπίδα κατασκευάζονταν από κλαδιά δέντρων, κυρίως της ιτιάς, που πλέκονταν μεταξύ τους και καλύπτονταν με γύψο, δέρμα βοδιού και χαλκό. Αργότερα ο σκελετός της ήταν συνήθως από ξύλο που καλυπτόταν εξωτερικά με δέρμα είτε από χαλκό και ορείχαλκο. Στον 11ο και 10ο αιώνα οι τρεις τύποι ασπίδας της μυκηναϊκής εποχής, η οκτόσχημη, αυτή σε σχήμα πύργου και η στρογγυλή, χρησιμοποιούνταν ακόμη, τροποποιημένοι όμως κυρίως ως προς τις διαστάσεις τους που ήταν μικρότερες.Στον 9ο και 8ο αιώνα υπήρχαν τρεις κύριοι τύποι ασπίδων: ο ορθογώνιος ή τετράγωνος, ο τύπος του Διπύλου με τοξοειδείς μεγάλες εγκοπές στα πλάγια και ο στρογγυλός. Από αυτούς, ο τύπος Διπύλου, καθώς και ο τετράγωνος ή ορθογώνιος είχαν τελαμώνα, ώστε να αναρτώνται από το λαιμό του πολεμιστή για να έχει τα χέρια του ελεύθερα. Πιθανόν μάλιστα να είχαν και μία κεντρική λαβή, ενώ η στρογγυλή ασπίδα είχε στο εσωτερικό της ένα χαρακτηριστικό κρίκο για την εξάρτησή της.Η βοιωτική ασπίδααποτελεί μία παραλλαγή της ασπίδας του Διπύλου με δύο πλάγιες εγκοπές, αλλά μικρότερες. Η ονομασία της προέρχεται από την παρουσία της επάνω στα βοιωτικά νομίσματα απ' όπου και γίνεται γνωστή.Στα τέλη του 8ου αιώνα εμφανίζεται νέος τύπος ασπίδας με μεταλλική κάλυψη σε όλη την επιφάνεια και με μία λαβή στο κέντρο της.Η μεγάλη στρόγγυλη ασπίδα, γνωστή ως όπλον η οποία επικράτησε σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις εμφανίστηκε στο Άργος στα τέλη του 8ου αιώνα. Η ασπίδα αυτή ήταν μάλιστα που έδωσε το όνομά της στους οπλίτες, δηλαδή στους πολεμιστές που την κρατούσαν. Το κυκλικό σχήμα της επελέγη μάλλον γιατί ήταν εύχρηστο, καθώς η κίνηση του κορμού και των βραχιόνων του πολεμιστή εγγράφονται σε κύκλο. Επιπλέον έτσι δίνονταν η δυνατότητα και για καλύτερη θέαση του εχθρού.Η ασπίδα αυτή είχε διάμετρο 0,90μ. καλύπτοντας τον πολεμιστή από το σαγόνι μέχρι το γόνατο. Ήταν ελαφρά κυρτή με επίπεδη την περιφέρειά της, με σκελετό από ξύλο και ενίσχυση από ορείχαλκο. Η στεφάνη της ήταν πάντοτε επενδεδυμένη με ορείχαλκο και έφερε συνήθως ανάγλυφη διακόσμηση.Το βασικό χαρακτηριστικό της ασπίδας αυτής ήταν το σύστημα της διπλής λαβής στο εσωτερικό. Εκεί ήταν τοποθετημένη μία ορειχάλκινη επικολλημένη ταινία που σχημάτιζε στη μέση λαβή και ονομάζονταν πόρπαξ. Στο δεξιό άκρο της εσωτερικής πλευράς υπήρχε παράλληλα με τον πόρπακα μία λαβή από δερμάτινο ιμάντα, η αντιλαβή. Στην περίμετρο της ασπίδας υπήρχε εσωτερικά σειρά από κρίκους εξαρτημένους από την αντύγα. Δύο από αυτούς χρησίμευαν για τη στερέωση της αντιλαβής, έτσι ώστε η ασπίδα να κρατιέται σταθερά από δύο μεριές, με το βραχίονα να είναι περασμένος στον πόρπακα και το χέρι να κρατά την αντιλαβή. Οι ιμάντες που συνδέουν μεταξύ τους τους υπολοίπους κρίκους, χρησίμευαν για την ανάρτηση της ασπίδας στην πλάτη. Το σύστημα της διπλής λαβής ήταν καθαρά ελληνική επινόηση και έδινε τη δυνατότητα ο οπλίτης να ανακουφίζεται από το μεγάλο βάρος της ασπίδας, να την κρατά σταθερά σε θέση λοξή ώστε να αποστρακίζει τα βλήματα, αλλά και να μπορεί να αφήνει την αντιλαβή για να κρατήσει ένα δεύτερο όπλο. Στην εξωτερική της πλευρά η ασπίδα έφερε συνήθως κάποιο έμβλημα, ενώ ένα ύφασμα κρεμασμένο στο κάτω μέρος της χρησίμευε για την προστασία των ποδιών από τα βέλη.
Θώρακας:Ο αρχαίος θώρακας ήταν περικάλυμμα του κορμού από έλασμα μεταλλικό ή από δέρμα ή από λινάρι, με ενίσχυση από μετάλλινες πλάκες, που φοριόταν επάνω από τον κοντό χιτώνα.
Για τον 11ο και 10ο αιώνα η έρευνα συμπεραίνει λόγω της έλλειψης των ευρημάτων, ότι τα υλικά των θωράκων ήταν φθαρτά και έτσι δεν σώθηκαν σχετικά κατάλοιπα. Από τον 8ο αιώνα όμως παρουσιάζονται θώρακες από ορείχαλκο, κωδωνόσχημοι, όπως αυτός που ανακαλύφθηκε στο Άργος το 1953 σε σχήμα καμπάνας, αποτελούμενος από δύο ορειχάλκινες πλάκες συναρμοσμένες στους ώμους και κάτω από τους βραχίονες.Ο ορειχάλκινος θώρακας χρησιμοποιούνταν στην Ελλάδα επί δύο αιώνες σε διάφορες παραλλαγές, προσφέροντας ισχυρή προστασία. Αποτελούνταν μάλιστα από δύο μέρη: το στήθος και την πλάτη, που συνδέονταν μεταξύ τους στους ώμους και στα πλάγια, με εγχάρακτη ή ανάγλυφη απόδοση της ανατομίας του σώματος. Η κάτω απόληξη αυτού του θώρακα γύριζε ελαφρά προς τα έξω για καλύτερη προστασία από το δόρυ. Στα τέλη του 6ου αιώνα στο ευαίσθητο σημείο απόληξης του θώρακα προστέθηκαν οι πτέρυγες, μια διπλή σειρά από μεταλλικές ή δερμάτινες με μεταλλική επένδυση λωρίδες, με κλειδώσεις για ελευθερία κινήσεων. Το μειονέκτημα αυτού του θώρακα ήταν το βάρος του που έκανε τον πολεμιστή πολύ δυσκίνητο.Τον τύπο αυτού του θώρακα διαδέχτηκε ο μεταλλικός θώρακας με πλαστική απόδοση των μυών του στήθους και της κοιλιάς, ο οποίος κατεβαίνει χαμηλότερα καλύπτοντας τη βουβωνική χώρα. Και εδώ προσαρτούνται οι πτέρυγες. Ο ανατομικός αυτός θώρακας επικρατεί κυρίως μέσα στον 5ο αιώνα.Κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα υιοθετήθηκε η λογική του συνδυασμού ευλυγισίας μέσω του λινού και προστασίας μέσω του ορείχαλκου, μέσα από ένα σύνθετο τύπο θώρακα. Ο νέος αυτός θώρακας ήταν κατασκευασμένος από λινό, δέρμα και μέταλλο. Τα τμήματά του ήταν το κύριο μέρος που κάλυπτε τον κορμό ως την οσφύ, το περιτραχήλιο ραμμένο στις ωμοπλάτες και σχεδιασμένο για να προστατεύει τις ωμοπλάτες και τον τράχηλο, οι δύο επωμίδες οι οποίες έρχονταν πάνω από τους ώμους για να δέσουν μπροστά στο ύψος του στήθους και οι πτέρυγες, σειρά δερμάτινων γλωσσίδων που κρέμονταν από το κάτω άκρο του κύριου μέρους του θώρακα για να προστατεύουν το κάτω μέρος του κορμού. Απεικονίσεις τέτοιων θωράκων συναντούμε σε μνημεία του τέλους του 6ου αιώνα, όπως στη στήλη του Αριστίωνος αλλά και στα ερυθρόμορφα αγγεία του 5ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία είχε ο θώρακας αυτός στην επίθεση.
Κράνος:Το κράνος ήταν το κάλυμμα της κεφαλής των αρχαίων, κατασκευασμένο από μέταλλο με εσωτερική επένδυση από δέρμα ή πίλημα. Προστάτευε από τα βλήματα το κρανίο του πολεμιστή, σ' ένα βαθμό το υπόλοιπο κεφάλι, αλλά και τον αυχένα.
Παλιά τα κράνη κατασκευάζονταν από δέρμα σκύλου, κυνός, και για το λόγο αυτό ονομαζόταν κυνέη, μια ονομασία που παρέμεινε και αφού το κράνος έγινε μεταλλικό. Το κράνος σε κάποιες περιπτώσεις έφερε διακοσμήσεις ανάγλυφες ή εγχάρακτες, κυρίως στα καλύμματα των παρειών, ενώ στο επάνω μέρος έφερε ένα ή περισσότερα λοφία με τρίχες αλόγου ή φτερά.Κατά την αρχαιότητα υπήρχε πλήθος κρανών, διαφόρων τύπων. Τα κράνη του 11ου, 10ου και 9ου αιώνα πιθανόν ήταν από δέρμα χωρίς μεταλλική επένδυση και γι' αυτό δε βρέθηκαν σχετικά ίχνη. Από τον 8ο αιώνα σώζονται ορειχάλκινα αγαλματίδια τα οποία φέρουν κωνικού σχήματος κράνη, χωρίς όμως να έχουμε πληροφορίες για το υλικό της κατασκευής τους. Το αρχαιότερο ελληνικό κράνος ανακαλύφθηκε σε τάφο του Άργους αποτελούμενο από ένα κωνικό σώμα που κάλυπτε το μέτωπο και τον αυχένα, τις δύο παραγναθίδες και ένα ψηλό λοφίο σε σχήμα πετάλου αλόγου.Από τα τέλη του 8ου αιώνα ανακαλύπτεται ανώτερος τύπος κράνους. Η αρχαιότερη μορφή αυτού του κράνους που ονομάζεται κορινθιακό, ήταν ενιαία, αποτελούμενη από ένα μόνο μετάλλινο έλασμα που κάλυπτε σχεδόν όλο το κεφάλι από τον αυχένα και πάνω. Αναλυτικότερα, το κάτω μέρος του κράνους κάλυπτε αρκετά τον αυχένα, προχωρούσε προς τα μπρος και ενωνόταν σχεδόν στο μπροστινό μέρος του προσώπου, αφήνοντας ένα μικρό άνοιγμα για τα μάτια και το στόμα. Στα άκρα του κράνους υπήρχε μία σειρά από διατρήσεις για να στερεώνεται η εσωτερική επένδυση. Το λοφίο ήταν ένα μετάλλινο, ανεξάρτητο τεμάχιο που προσαρμόζονταν στο κυρίως κράνος. Η μύτη στο κράνος αυτό προστατευόταν από το επιρίνιον.Το κορινθιακό κράνος επικράτησε ευρύτατα στον ελληνικό χώρο και χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα από τους οπλίτες της φάλαγγας. Το μειονέκτημά του ήταν ότι περιόριζε λόγω κατασκευής την ακοή και την όραση του πολεμιστή. Επρόκειτο παρ' όλα αυτά για τον συνηθέστερο τύπο κράνους κατά την εποχή του οπλίτη και αποτελούσε μία αξιόλογη τεχνική πρόοδο της εποχής. Οι νησιώτες στον 7ο αιώνα διαμόρφωσαν με έντονες ιδιαιτερότητες την παραλλαγή του κορινθιακού κράνους χωρίς επιρίνιο και χωρίς καμπύλωση στην κάτω παρυφή. (σαν κράνος μηχανάκι)Το κορινθιακό κράνος παρουσιάζει με τα χρόνια μία εξέλιξη. Η πρώτη εξέλιξη που παρουσιάζει, έχει να κάνει με την αύξηση του μήκους, τις διακοσμήσεις στα άκρα και τις εγκοπές στα πλάγια, ώστε να μην ενοχλούνται ο αυχένας και οι ώμοι και να μπορεί να γίνεται κανονικά χωρίς εμπόδιο η στροφή της κεφαλής. Μία ακόμη πιο εξελιγμένη μορφή του τύπου αυτού στα τέλη του 6ου αι. διέθετε μία πιο καμπύλη γραμμή και μάλιστα συχνά με άνοιγμα στα αυτιά, δίνοντας μάλιστα δυνατότητα να σηκώνεται το κράνος σε ώρες πορείας ή διακοπής της μάχης.Εκτός από το κράνος κορινθιακού τύπου, υπήρχαν και άλλα των οποίων η κυκλοφορία περιορίζονταν σε ορισμένες περιοχές, όπως ένα απλό κράνος που συναντάται στην Κρήτη, καθώς και το ιλλυρικό κράνος, επινόηση ελληνική που εμφανίστηκε αρχικά στην Πελοπόννησο στις αρχές του 7ου αιώνα και πολύ αργότερα στην Ιλλυρία και αλλού. Το ιλλυρικό κράνος άφηνε το πρόσωπο του πολεμιστή ελεύθερο, ενώ κατασκευάζονταν σε δύο τμήματα με το αδύνατο σημείο της ένωσης να ενισχύεται από το λόφο (εικ. 23 Σν).Οι νέοι τύποι κράνους από τα τέλη του 7ου αιώνα είναι το λεγόμενο ιωνικό, το αττικόκαι το χαλκιδικόκράνος. Το ιωνικό εμφανίστηκε λίγο πριν το 600 π.Χ. στη Ρόδο, με κινητές παραγναθίδες, που κατασκευάζονταν χωριστά και συνδέονταν ενίοτε στο κύριο τμήμα με γίγγλυμο. Το αττικό συναντάται σε αγγεία μελανόμορφα του α΄ μισού του 6ου αιώνα και είναι ένα ελαφρύ, ανοιχτό κράνος, ενώ το χαλκιδικό εμφανίζεται σε χαλκιδικά μελανόμορφα αγγεία από τις αποικίες της Χαλκίδας σε Ιταλία και Σικελία. Το χαλκιδικού τύπου κράνος μοιάζει πολύ περισσότερο με το κορινθιακό, αλλά αφήνει ανεμπόδιστα τα αυτιά του φέροντος.Ένα απλό κράνος των αρχών του 5ου αιώνα ήταν το βοιωτικό σε σχήμα σκούφου, με γείσο αρκετά κυρτό σε όλη την περιφέρειά του. Το κράνος αυτό δεν είχε κάλυμμα ούτε για τον αυχένα, ούτε για τις παρειές και άφηνε το πρόσωπο ελεύθερο, παρέχοντας περιορισμένη ασφάλεια αλλά και άνετη ορατότητα.Το θρακικό επίσης ή φρυγικό κράνος είχε μεγάλη διάδοση στον 4ο αιώνα και αποτελούσε το πρότυπο για τους περισσότερους ελληνιστικούς τύπους. Τούτο είχε ομοιότητες με το αττικό, κατέληγε όμως σε υψηλή συχνά καμπυλούμενη προς τα μπρος κορυφή, όπως ο φρυγικός σκούφος και χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερα μακρές, πτυσσόμενες παραγναθίδες.Ως προς το υλικό, το κράνος ήταν πάντα σχεδόν ορειχάλκινο ή σιδερένιο στον 4ο αιώνα. Χαρακτηριστική ήταν η εξέλιξη του κράνους στην κλασσική εποχή, η αντικατάστασή του δηλαδή ουσιαστικά από τον πίλο, τον κωνικό σκούφο. Ο πίλος απεικονίζεται συχνά στις παραστάσεις του 5ου και στις αρχές του 4ου αιώνα. Αρχικά επρόκειτο για ένα απλό τσόχινο σκούφο, που φοριόταν κάτω από την περικεφαλαία, την οποία από το 469-450 έτεινε να αντικαταστήσει. Το σχήμα λοιπόν του πίλου αντιγράφηκε σε μέταλλο ή ενισχύθηκε με μεταλλικές λάμες και η χρήση του γενικεύθηκε μέσα στον 4ο αιώνα.Γενικά απ' όλα τα κράνη μεγαλύτερη διάδοση γνώρισαν το κορινθιακό και από τον 6ο αιώνα το αττικό. Στον 5ο και 4ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε κυρίως το βοιωτικό, το οποίο ο Ξενοφών συστήνει στο ιππικό για άνεση στην όραση. Στις βορειότερες περιοχές της Ελλάδας χρησιμοποιούνταν το ιλλυρικό και το θρακικό.Από τεχνολογικής άποψης το κράνος αποτελεί ένα ιδιαίτερα προηγμένο προϊόν. Η σφυρηλάτηση ενός πλήρους καλύμματος κεφαλής, από ένα χάλκινο έλασμα ήταν ένα επίτευγμα που απαιτούσε από τον μεταλλουργό εξαιρετική δεξιότητα. Η εμφάνιση διαφόρων τύπων κράνους στην αρχαιότητα έχει να κάνει και με τον τοπικισμό, ένα φαινόμενο που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στους σκοτεινούς χρόνους στην Ελλάδα.
Κνημίδες:Οι αρχαίες κνημίδες ήταν επιμήκεις πλάκες, επίκυρτες και ορειχάλκινες, των οποίων η συναρμολόγηση γινόταν με πόρπες στο κάτω άκρο τους γύρω από τα σφυρά με εσωτερική επένδυση από ύφασμα. Η διαμόρφωσή τους ήταν ιδιαίτερα προσεγμένη, ώστε να προσαρμόζονται όσο το δυνατόν καλύτερα στους μυς της κνήμης του πολεμιστή.
Σε παραστάσεις αγγείων του 7ου αιώνα εμφανίζονται κνημίδες με σχέδια εγχάρακτα ή ζωγραφιστά, καλύπτοντας την κνήμη από την κορυφή της επιγονατίδας ως τον ταρσό, διαφέροντας έτσι από τις βραχύτερες μυκηναϊκές κνημίδες. Προς το τέλος μάλιστα του 7ου αιώνα διαμορφώνεται ένας νέος τύπος κνημίδας προσαρμοσμένος αρκετά στην ανατομία της κνήμης, με σειρά διατρήσεων που χρησίμευαν ώστε να στερεώνεται η εσωτερική υφασμάτινη επένδυση. Ακόμη μεγαλύτερη εφαρμογή στις κνήμες επετεύχθη στα τέλη του 6ου αιώνα οπότε και σημειώνεται μια νέα εξέλιξη στο σχήμα των κνημίδων.
Στεφανία Τσιλιβάκη,Μαρίζα Σαμαλτάνου,Τσολακίδου Εύα,Αντωνία Σκουλαξίνου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)