Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία γ΄γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία γ΄γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016
Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016
Στοιχεία θεωρίας λογοτεχνίας
ΕΙΔΗ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ
1. ΔΙΗΓΗΜΑ: είναι ένα μικρό σε έκταση κείμενο που αφηγείται ένα περιστατικό.
Βασικά χαρακτηριστικά του είναι:
· Σύντομη και απλή πλοκή(= εξέλιξη της ιστορίας)
· Κορύφωση σε ένα σημαντικό γεγονός
· Λιτότητα εκφραστικών μέσων(γλώσσα, εκφραστικοί τρόποι κ.α.)
· Συγκεκριμένος τόπος και χρόνος
· Θέματα παρμένα από την καθημερινή ζωή
2. ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ: είναι μεγαλύτερο σε έκταση από το διήγημα. Έχει πιο πολλά πρόσωπα και αναφέρεται σε περισσότερα γεγονότα. Στα κείμενά μας θα έχουμε κυρίως αποσπάσματα από μυθιστορήματα.
3. ΛΑΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
4. ΝΟΥΒΕΛΑ: δύσκολα διακρίνεται από το μυθιστόρημα, ως προς την έκταση πρόκειται για έργο ανάμεσα σε διήγημα και μυθιστόρημα.
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
1. Ο αφηγητής
Πρόκειται για ένα φανταστικό πρόσωπο που επινοεί ο συγγραφέας του έργου για να πει την ιστορία του. Έτσι δεν πρέπει να ταυτίζουμε τον συγγραφέα με τον αφηγητή. Ανάλογα με την συμμετοχή του στην ιστορία που αφηγείται μπορεί να είναι:
Α. δραματοποιημένος: όταν συμμετέχει στη δράση
Β. μη δραματοποιημένος ή αμέτοχος: όταν δε συμμετέχει
Οπτική γωνία του αφηγητή: σε ποιο πρόσωπο αφηγείται:
Α. αφήγηση με μηδενική εστίαση: η αφήγηση γίνεται σε γ’ πρόσωπο. Ο αφηγητής δε συμμετέχει στα γεγονότα, αλλά τα γνωρίζει όλα. Είναι παντογνώστης (κάμερα επάνω)
Β. αφήγηση με εσωτερική εστίαση: η αφήγηση σε α’ πρόσωπο. Ο αφηγητής συμμετέχει στα γεγονότα είτε ως πρωταγωνιστής είτε ως αυτόπτης μάρτυρας (κάμερα στο χέρι ενός προσώπου)
2. Είδη αφήγησης ή αφηγηματικοί τρόποι:
Α. περιγραφή
Β. αφήγηση
Γ. διάλογος
Δ. μονόλογος
Ε. σχόλια του αφηγητή
Στ. σκέψεις των ηρώων – προσώπων που πρωταγωνιστούν
3. Χρόνος
Α. χρόνος της ιστορίας: ο πραγματικός χρόνος που έγιναν τα γεγονότα της ιστορίας του έργου
Β. χρόνος αφήγησης: ο χρόνος ( η χρονική σειρά) που επιλέγει ο αφηγητής να εκθέσει τα γεγονότα της ιστορίας
Παράδειγμα: ο Όμηρος είναι ο δημιουργός της Οδύσσειας
Α. χρόνος της ιστορίας: άλωση της Τροίας, =>περιπέτειες Οδυσσέα και συντρόφων,=> Οδυσσέας στην Καλυψώ,=> επιστροφή στην Ιθάκη, => μνηστηροφονία
Β. χρόνος αφήγησης: συμβούλιο θεών, σχέδιο Αθηνάς, Ο Οδυσσέας στη ν Καλυψώ ήδη (inmedia res)
Άλλοτε οι δυο χρόνοι είναι ίδιοι και άλλοτε διαφέρουν. Έτσι όταν αλλάζει η σειρά των γεγονότων έχουμε αναχρονίες. Οι αναχρονίες είναι δύο ειδών:
Α. αναδρομή στο παρελθόν (flashback): ο αφηγητής αφηγείται ένα παλιότερο γεγονός (σαν να το θυμάται)
Β. πρόληψη (προοικονομία): αφηγείται ένα γεγονός που θα συμβεί στο μέλλον
ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ
· Μεταφορές=> το κορμί του ήταν λαμπάδα, είχε μυαλό ξυράφι
· Παρομοιώσεις=> το κορμί του ίσιο σαν λαμπάδα, ήταν γρήγορος σαν ελάφι
· Προσωποποιήσεις=> κλαίνε τα δέντρα, τρέμουν τα βουνά, ο ήλιος χαμογέλασε
· Μετωνυμίες=> διαβάζω Καζαντζάκη (αντί το έργο του Καζαντζάκη)
· Αντονομασίες => Ο Γέρος του Μοριά ( αντί ο Κολοκοτρώνης)
· Ειρωνεία=> ωραία τα κατάφερες!
· Επαναλήψεις=> «δεν είναι αλήθεια, δεν είναι αλήθεια» φώναξε
· Ασύνδετο σχήμα=> έτρεξε, τον άρπαξε , τον έριξε κάτω, πάλεψε, χτύπησε, χτυπήθηκε
Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016
Ένα γιοφύρι δύο ιστορίες
Σαρανταέξι μάστοροι και εξήντα μαθητούδια
κολάτσιζαν το απόγευμα στης Άρτας το γιοφύρι,
και τότε φτάνει μια γιαγιά, γριά και μπακατέλα
που είχε στο καλαθάκι της, μία παλιά μασέλα.
Την βλέπει τότε ο μάστορας και στην γιαγιά φωνάζει:
''Έλα βρε θεία Άντζελα, του πρόπαππου μου κόρη
τι κάνεις θείτσα μου εδώ που χτίζουν οι μαστόροι.''
Τα παίρνει τότε η γριά και τον στραβοκοιτάζει.
Το καλαθάκι βρόντηξε και τις φωνές του βάζει!
''Αφού σε λέω ρε κεφτέ δεν θέλω Grandmasitting
και ξέρω' γω πολύ καλά πως θες να τα τινάξω
και τα χωράφια του παππού θέλεις να σου τα γράψω.''
''Τι θες να πεις μ' αυτό μουρλή, πως θέλω να πεθάνεις.''
Και σκάει μύτη ο παππούς, της Άντζελας καμάρι.
Μαζεύει τότε την γριά και σώζει το παλικάρι,
και η πονήρω η γιαγιά ένα κολπάκι κάνει.
Πέφτει στο χώμα η γριά και την καρδιά βαστάει.
''Άσ' τα ψώφια Άντζελα και απάτες μην σκαρώνεις,
τα λεγε μένα η μάνα μου με τούτη δεν στεριώνεις
Αφηγητής:Επομένως μπορούμε να συνδέσουμε
με καλώδιο USB την τηλεόραση με τον
υπολογιστή μας, ή όχι ;
Η συνέχεια πλησιάζει απειλητικά
Μαρία Μυλωνάκη Σοφία Παλαιολόγου Γ'3
κολάτσιζαν το απόγευμα στης Άρτας το γιοφύρι,
και τότε φτάνει μια γιαγιά, γριά και μπακατέλα
που είχε στο καλαθάκι της, μία παλιά μασέλα.
Την βλέπει τότε ο μάστορας και στην γιαγιά φωνάζει:
''Έλα βρε θεία Άντζελα, του πρόπαππου μου κόρη
τι κάνεις θείτσα μου εδώ που χτίζουν οι μαστόροι.''
Τα παίρνει τότε η γριά και τον στραβοκοιτάζει.
Το καλαθάκι βρόντηξε και τις φωνές του βάζει!
''Αφού σε λέω ρε κεφτέ δεν θέλω Grandmasitting
και ξέρω' γω πολύ καλά πως θες να τα τινάξω
και τα χωράφια του παππού θέλεις να σου τα γράψω.''
''Τι θες να πεις μ' αυτό μουρλή, πως θέλω να πεθάνεις.''
Και σκάει μύτη ο παππούς, της Άντζελας καμάρι.
Μαζεύει τότε την γριά και σώζει το παλικάρι,
και η πονήρω η γιαγιά ένα κολπάκι κάνει.
Πέφτει στο χώμα η γριά και την καρδιά βαστάει.
''Άσ' τα ψώφια Άντζελα και απάτες μην σκαρώνεις,
τα λεγε μένα η μάνα μου με τούτη δεν στεριώνεις
Αφηγητής:Επομένως μπορούμε να συνδέσουμε
με καλώδιο USB την τηλεόραση με τον
υπολογιστή μας, ή όχι ;
Η συνέχεια πλησιάζει απειλητικά
Μαρία Μυλωνάκη Σοφία Παλαιολόγου Γ'3
Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016
Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016
Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014
Παραμύθια και παραμυθιάσματα...
Παραμύθια και παραμυθιάσματα…
Παραμύθια, ιστορίες, μύθοι..Κάθε μικρό παιδί έχει έρθει σε επαφή με αυτά και άλλα είδη διηγημάτων ,φτιαγμένα για την εκμάθηση σωστού τρόπου ζωής .Πρότυπα σωστής και δίκαιης συμπεριφοράς . Πρίγκιπες ,βασιλιάδες ,μάγισσες ,ζώα που μιλάνε, κι άλλοι φανταστικοί χαρακτήρες ,που μέσα από διάφορες περιπέτειες καταλήγουν σε ένα συμπέρασμα ,ένα ,δηλαδή , ηθικό δίδαγμα ,διαφορετικό κάθε φορά. ‘Αυτά αρέσουν στα παιδάκια ‘ λένε. ‘Έτσι μεγαλώνει η φαντασία τους’ λένε . ‘Γίνονται πιο δημιουργικά’ λένε . ‘Είναι μικρά ακόμα , δεν θα καταλάβουν αλλιώς’ . Κι όμως..Τα παιδιά είναι μακράν πιο έξυπνα απ’όσο πιστεύεται. Κατανοούν το παραμικρό, χωρίς καμία προσπάθεια . Ξεχωρίζουν το καλό από το κακό . Το σωστό από το λάθος , το δίκαιο από το άδικο.. Όλα αυτά τα ψεύτικα πρότυπα , τα παραμύθια , με όλη τη σημασία της λέξης , ταξιδεύουν τις νέες γενιές σε ψεύτικους κόσμους, και αποκόβουν τα παιδιά από τη πραγματικότητα . Δεν παύουν ποτέ να είναι μέρος του πολιτισμού , αλλά στα παιδιά πρέπει να λέμε μόνο την αλήθεια. Όλα να λέγονται με το όνομά τους , χωρίς κανένα στοιχείο φανταστικό ή παραμυθένιο , ιδιαίτερα όσων αφορά αξίες απαραίτητες για την αρμονία του ανθρώπου στην οικογένεια , τη φιλία , την κοινωνία .
Σουβατζιδάκη Κων/ντίνα, Γ'4
Σουβατζιδάκη Κων/ντίνα, Γ'4
Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014
Aσκήσεις δημιουργικής γραφής. Εμπνεόμαστε απο τον Αναγνωστάκη και γράφουμε ποίηση..!!
Συλογιέμαι στο σκοτάδι αναρωτιέμαι,
ψάχνω λύσεις ανάμεσα στο φωτεινό άνοιγμα της
σκοτεινής αβύσου.
Μεγαλώσαμε με παραμύθια,αλλά αναγκαστήκαμε να
δούμε την σκληρή αλήθεια.
Αγώνες ψυχής,αγώνες ζωής ανάμεσα στο πέρασμα μας,
και νύχτες αξημέρωτες ντύνουν την άσβηστη φωτία μας.
Ανοίγουμε τα μάτια ενώ τα έχουμε κλειστά,
για να αντικρύσουμε το τέλος της καμουφλαρισμένης
αφάνισης μας.
Και τελικά ονόματα σαν προσευχές,τραγουδούν τους νεκρούς μας.
Μαρίζα Σαμαλτάνου, Γ'4
----------------------------------------------------------------------------------------
Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδία
χωρίς λόγια ψεύτικα.
Να ξέρουν πάντα το ίσιο, το σωστο κι
όχι το ίσως και το μήπως.
Με την αλήθεια οδηγό, το βλέμμα
μένει καθαρό, κρυστάλλινο και το βήμα σταθερό.
Οι σκέψεις και τα όνειρα γίνονται πράξη
σύντροφοι και συνοδοιπόροι μας παντοτινοί!
Αντωνία Σκουλαξίνου, Γ'4
ψάχνω λύσεις ανάμεσα στο φωτεινό άνοιγμα της
σκοτεινής αβύσου.
Μεγαλώσαμε με παραμύθια,αλλά αναγκαστήκαμε να
δούμε την σκληρή αλήθεια.
Αγώνες ψυχής,αγώνες ζωής ανάμεσα στο πέρασμα μας,
και νύχτες αξημέρωτες ντύνουν την άσβηστη φωτία μας.
Ανοίγουμε τα μάτια ενώ τα έχουμε κλειστά,
για να αντικρύσουμε το τέλος της καμουφλαρισμένης
αφάνισης μας.
Και τελικά ονόματα σαν προσευχές,τραγουδούν τους νεκρούς μας.
Μαρίζα Σαμαλτάνου, Γ'4
----------------------------------------------------------------------------------------
Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδία
χωρίς λόγια ψεύτικα.
Να ξέρουν πάντα το ίσιο, το σωστο κι
όχι το ίσως και το μήπως.
Με την αλήθεια οδηγό, το βλέμμα
μένει καθαρό, κρυστάλλινο και το βήμα σταθερό.
Οι σκέψεις και τα όνειρα γίνονται πράξη
σύντροφοι και συνοδοιπόροι μας παντοτινοί!
Αντωνία Σκουλαξίνου, Γ'4
Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014
Η απάντησή μου στο '' Όσα μπορείς '' του Καβάφη:
Ο ΠΟΘΟΣ
Μην υποκύπτεις σε ανύπαρκτους πόθους
γιατί αυτό είναι η ζωή, ένας πόθος
μόνο υπαρκτός και ανεκτίμητος,
οπότε μην υποκύπτεις στους άλλους,
γιατί όσους βλέπεις που τα χρόνια τους
τελειώνουν, όλοι τους έναν πόθο αποζητάνε...,τη ζωή.
Τη ζωή που εμείς απαρνιώμαστε...
γιατί η ζωή είναι ο πιο
άγνωστος και αγνός πόθος μετά τη φύση...
Ο ΠΟΘΟΣ
Μην υποκύπτεις σε ανύπαρκτους πόθους
γιατί αυτό είναι η ζωή, ένας πόθος
μόνο υπαρκτός και ανεκτίμητος,
οπότε μην υποκύπτεις στους άλλους,
γιατί όσους βλέπεις που τα χρόνια τους
τελειώνουν, όλοι τους έναν πόθο αποζητάνε...,τη ζωή.
Τη ζωή που εμείς απαρνιώμαστε...
γιατί η ζωή είναι ο πιο
άγνωστος και αγνός πόθος μετά τη φύση...
Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013
Γιώργος Σεφέρης: Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης
Τον Μακρυγιάννη των Απομνημονευμάτων τον αγάπησαν πραγματικά μερικοί νέοι που άρχισαν να δημοσιεύουν ύστερα από τη μικρασιατική καταστροφή. Δε νομίζω πως θα γελαστώ πολύ αν προσθέσω πως η φωνή του μπαίνει δειλά και ψιθυριστά στην ελληνική ζωή ανάμεσα στα 1925 και στα 1935. Κι αυτό δεν μπορούσε να φανεί στο πλατύ κοινό. Οι νέοι που μεγάλωσαν στον περασμένο παγκόσμιο πόλεμο και ήταν ακόμη στην ακμή της ηλικίας τους όταν άρχισε η σημερινή κρίση, δεν πρόφτασαν ούτε το έργο τους να ωριμάσουν ούτε να αποκαταστήσουν τη δική τους ιεραρχία πνευματικών αξιών όπως την ήθελαν. Και όμως είναι γνωστό σε όσους ενδιαφέρθηκαν να παρακολουθήσουν τα ελληνικά ρεύματα στα μεσοπολεμικά εκείνα χρόνια, πως με τη μικρασιατική καταστροφή αρχίζει στον τόπο μας μια περίοδος ιδεολογικών ισολογισμών και μετατροπών που μπορεί να παραβληθεί με την περίοδο, της αναμόρφωσης που ακολούθησε τον πόλεμο του '97. Τις προσπάθειες αυτές τις σκέπασε ή τις ετοιμάζει οξύτερες ο σημερινός αγώνας. Γι’ αυτό και ο Μακρυγιάννης, που βρήκε μια φορά το δρόμο της καρδιάς των νέων, θα πρέπει να περιμένει να καθαρίσει πάλι ο ουρανός για να πάρει τη θέση που του αξίζει.
Αισθάνομαι -και πιστεύω πως το αισθανόσαστε και σεις -ότι με τέτοιες συνθήκες μου είναι δύσκολο, μέσα στο διάστημα μιας σύντομης ομιλίας, να σας πείσω για τη σημασία του βιβλίου του Μακρυγιάννη, ή τουλάχιστο να σας δείξω το μονοπάτι που ακολούθησα για να νιώσω ένα τόσο αγνοημένο έργο. Είμαι, με κάποιον τρόπον, ο πρώτος μάρτυρας που ακούτε για μιαν άγνωστη υπόθεση. Έτσι θα ήθελα να σας παρακαλέσω να προσέξετε χωρίς προκατάληψη τις λίγες περικοπές που θα σας διαβάσω από το κείμενο του Μακρυγιάννη και να μου δώσετε την καλή σας προαίρεση.
Ωστόσο υπάρχει κάτι που μου αλαφραίνει την καρδιά, τώρα που καταπιάνομαι να διατυπώσω την ιδέα μου για αυτή την ιδιότυπη συγγραφή. Εσείς που είχατε το ενδιαφέρον να 'ρθείτε να μ’ακούσετε, μου δίνετε την ευκαιρία να ξεπληρώσω ένα παλιό χρέος που με βαραίνει από χρόνια. Από τα '26, που έπεσαν στα χέρια μου τα Απομνημονεύματα, ως τα σήμερα, δεν πέρασε μήνας χωρίς να ξαναδιαβάσω λίγες σελίδες τους, δεν πέρασε εβδομάδα χωρίς να συλλογιστώ αυτή την τόσο ζωντανή έκφραση. Μέ συντρόφεψαν σε ταξίδια και σε περιπλανήσεις, με φώτισαν ή με παρηγόρησαν σε χαρούμενες και σε πικρές στιγμές. Στον τόπο μας, όπου είμαστε τόσο σκληρά κάποτε αυτοδίδακτοι, ο Μακρυγιάννης στάθηκε ο πιο ταπεινός αλλά και ο πιο σταθερός διδάσκαλός μου.
Πίστευα πάντα πως θα βρισκότανε κάποια ευκαιρία να του δώσω ένα μικρό δείγμα της ευγνωμοσύνης μου. Κατά παράξενη σύμπτωση, την ευκαιρία μου τη δίνετε σεις· μου τη δίνει το ελληνικό στρατόπεδο της Μέσης Ανατολής· μου τη δίνουν οι Έλληνες της Αιγύπτου. Σε μια στιγμή που κοιτάζουμε και συλλογιζόμαστε και προσπαθούμε να διακρίνουμε το πεπρωμένο του ελληνισμού μέσα από την καταιγίδα και πέρα από την πλατιά στροφή που κάνει στα χρόνια μας η ιστορία του κόσμου -ποιος ξέρει, μπορεί να υπάρχει ένα κρυφό νόημα σ’αυτή τη σύμπτωση. Στους καιρούς μας όπου ο αγώνας, το αίμα, ο πόνος και η δίψα της δικαιοσύνης απογυμνώνει τις ψυχές από τα πρόσκαιρα ναρκωτικά και τις φρεναπάτες· όπου ο άνθρωπος γυρεύει από τον άνθρωπο το καθαρό, το στέρεο και τη συμπάθεια -είναι σωστό να μιλούμε για τέτοιους ανθρώπους όπως ο Μακρυγιάννης. Ακούστε τον:
«Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπον όντας παιδί να σπουδάξω: ήμουν φτωχός κι έκανα τον υπηρέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν oι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω τ’αμανέτι του Θεού στο σώμα μου. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χερότερο πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι, και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες -αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας- ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να 'χονν την επιρροή για ικανότη» (Β' 463).
Έτσι τελειώνει το χειρόγραφό του. Το χειρόγραφο αυτό τυπωμένο, πιάνει πάνω από 460 πυκνές σελίδες μεγάλου σχήματος. O Μακρυγιάννης το αρχίζει στις 26 Φεβρουαρίου 1829, τριάντα δύο περίπου χρονώ, στο Άργος, όπου τον βρίσκουμε «Αρχηγό της εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης», είτε καταγράφοντας παλαιότερα γεγονότα, είτε σημειώνοντας γεγονότα παρόντα σαν ένα ημερολόγιο. Περισσότερο από το μισό είναι γραμμένο, ως φαίνεται, στο Άργος, ως τα 1832. Το συνεχίζει στο Ναύπλιο και στην Αθήνα ως τα 1840, οπότε το κλείνει βιαστικά για να το κρύψει. Η εξουσία έχει υποψίες εναντίον του. «Είχαν μεγάλην υποψίαν από μένα» σημειώνει «και γύρευαν να μου ψάξουν το σπίτι μου να μου βρούνε γράμματα» (Β' 346). Το εμπιστεύεται λοιπόν σ’ένα κουμπάρο, που το παίρνει στην Τήνο. Στα 1844, ύστερα δηλαδή από τη συνωμοσία για το Σύνταγμα, όπου παίζει μεγάλο ρόλο, και τα σεπτεμβριανά, πηγαίνει και το παίρνει· αντιγράφει τις σημειώσεις που κρατούσε στο αναμεταξύ με πολλές προφυλάξεις· «σημείωνα» μας λέει «και είχα έναν τενεκέ και τά 'βαινα μέσα και τά 'χωνα» -γράφει ως τον Απρίλη του 1850, και μετά ένα χρόνο περίπου το συμπληρώνει μ’ έναν πρόλογο και μ’έναν αρκετά μακρύ επίλογο. Η έξοχα μελετημένη έκδοση του Γιάννη Βλαχογιάννη, η μοναδική που έχουμε ως τα σήμερα, δημοσιεύτηκε στα 1907, αφού πέρασε δηλαδή μισός αιώνας που το πολύτιμο αυτό κείμενο έμεινε χαμένο μέσα στ’απόλυτο σκοτάδι.
Ο Μακρυγιάννης ήταν αγράμματος. Μολονότι έφτασε ως το βαθμό του στρατηγού, δε βαστούσε από τζάκι. Ήτανε παιδί μιας φτωχής οικογένειας τσομπάνηδων και γεωργών της Ρούμελης. Να πως μας μεταδίνει ο ίδιος τη γέννησή του:
«Η πατρίς της γεννήσεώς μου είναι από το Λιδορίκι· χωριό του Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη. [...] Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί, και η φτώχεια αυτήνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Τούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασα. Πολυφαμελίτες οι γοναίγοι μου και φτωχοί, και όταν ήμουνε ακόμα στην κοιλιά της μητρός μου, μιαν ημέρα πήγε για ξύλα στο λόγγο. Φορτώνοντας τα ξύλα στον ώμο της, φορτωμένη στο δρόμο, στην ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα. Μόνη της η καημένη κι αποσταμένη, εκιντύνεψε κι αυτήνη τότε κι εγώ. Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη λίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου στα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε στο χωριό» (Β' 11-12).
Δεν είχε τους τρόπους να πάει σε δάσκαλο, μας λέει. Ήξερε λίγο γράψιμο, αλλά είναι ζήτημα αν μπόρεσε ποτέ του να διαβάσει άλλο τίποτε εκτός από τα ίδια του γραφτά.
Ο γενναίος Μακρυγιάννης πώποτε μή άναγνώσας θα τραγουδήσει ο Αλέξανδρος Σούτσος στις μέρες της Γ' Σεπτεμβρίου. Γιατί το γράψιμό του είναι, σχεδόν ολότελα, μια δική του εφεύρεση. «Γράψιμο απελέκητο» το ονομάζει. Δεκαεφτά μήνες έβαλε ο Βλαχογιάννης για να το ξεδιαλύνει, να το αποκρυπτογραφήσει θά 'πρεπε να πούμε, και να το αντιγράψει. Όταν αντικρίσει κανείς μια σελίδα του πυκνού χειρογράφου καταλαβαίνει αμέσως το γιατί. Φωνητική αποτύπωση της ρουμελιώτικης προφοράς με ιδιότροπα συμπλέγματα γραμμάτων, που μοιάζουν ένα ατέλειωτο αραβούργημα. Πουθενά διακοπή, παράγραφος ή στίξη. Κάποτε μόνο μια κάθετη γραμμή δείχνει ένα σταμάτημα. Tο κατεβατό μοιάζει σαν κάτι παλιούς τοίχους που, κοιτάζοντάς τους, θαρρείς πως συλλαβίζεις την κάθε κίνηση του χτίστη, που συναρμολόγησε την αμέσως επόμενη πέτρα με την προηγούμενη, την αμέσως επόμενη προσπάθεια με την προηγούμενη, αποτυπώνοντας πάνω στην τελειωμένη οικοδομή τις περιπέτειες μιας αδιάσπαστης ανθρώπινης ενέργειας -αυτό το πράγμα που μας συγκινεί και λέγεται ύφος ή ρυθμός. Στο γράψιμο του Μακρυγιάννη, που είναι αδιάβαστο για τον απροειδοποίητο αναγνώστη, συλλαβίζεις, πολύ περισσότερο από τις λέξεις, την επίμονη βούληση του συγγραφέα να ζωγραφίσει στο χαρτί τον εαυτό του.
Στο Άργος, ο Μακρυγιάννης, «για να μην τρέχει στους καφενέδες», παρακαλούσε τον ένα και τον άλλο φίλο να του μάθουν κάτι περισσότερο από τα γράμματα που ήξερε, και που δεν ήταν ούτε καν τα κολλυβογράμματα της εποχής εκείνης. Αισθάνεται συχνά πολύ ταπεινός για την αμάθειά του: «Δεν έπρεπε να έμπω σ’ αυτό το έργον ένας αγράμματος, να βαρύνω τους τίμιους αναγνώστες και μεγάλους άντρες και σοφούς της κοινωνίας...» σημειώνει αρχίζοντας να γράφει τη ζωή του. «Είμαι ένας αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω σειρά ταχτική στα γραφόμενα...» επιμένει πάλι. Ζητά συγγνώμη γιατί «έλαβε ως άνθρωπος αυτήνη την αδυναμία». Τέτοια πράγματα πρέπει να τα γράφουνε «προκομμένοι κι όχι απλοί αγράμματοι». Και οι άλλοι, οι σπουδασμένοι, τον κοιτάζουν φυσικά από τα ύψη. «Ουδ’εγώ γνωρίζω να στρέφω την σπάθην, ουδ’αυτός την γλώσσαν» θα τονίσει πάλι ο χαρακτηριστικός Σούτσος, «καλόν λοιπόν έκαστος ημών να δίδεται εις ό,τι επιτυγχάνει». Αλλά η πατρίδα «ζημιώθη, διατιμήθη, και όλο σ’αυτό κατανταίνει, ότι μας ήβρε όλους θερία», θρησκευτικούς και πολιτικούς και μας τους στρατιωτικούς -βασανίζεται ο Μακρυγιάννης- και είναι «πατρίδα γενική, του καθενού». Γι’αυτό πρέπει και ο προκομμένος να φωνάζει την αληθεια και ο απλός. Φανερά λοιπόν ο Μακρυγιάννης θά ήθελε να είχε τους τρόπους να μάθει γράμματα. Αλλά αυτό δεν τον μειώνει, δεν του δημιουργεί κανένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, όπως θα λέγαμε. Αισθάνεται, και μας κάνει να το αισθανόμαστε μαζί του, πως είναι άνθρωπος που ο Θεός του χάρισε τη λαλιά, αυτό το δώρο που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να του το αφαιρέσει. Όπου βρεθεί, στο παλάτι ή στην καλύβα, μιλάει σταράτα, μιλάει με ασφάλεια. Και επειδή ακριβώς έχει έμφυτη μέσα του αυτή την ασφάλεια της έκφρασης, μπορεί και διατυπώνεται με χρώμα και με αποχρώσεις, με τόνο και με ρυθμό. Έχω την εντύπωση πως ο φιλόλογος που θα ήθελε να κάνει κάποτε την κριτική της δύσκολης μεταγραφής του κειμένου του Μακρυγιάννη, θα έπρεπε, πριν απ’όλα, να στηρίξει την εργασία του στην ακουστική αντίληψή του.
Ο Μακρυγιάννης σέβεται τη μόρφωση -«ως λιοντάρι πολεμούσε και ως φιλόσοφος οδηγούσε» θα πει για τον πρώτο του αρχηγό, το Γώγο. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει καθόλου να εκφράσει την αντίδρασή του για ένα λογιότατο και για την προγονοκαπηλεία:
«Εβάλετε και νέον αρχηγό στο φρούριο της Κόρθος» γράφει μιλώντας στους πολιτικούς της εποχής. «Αχιλλέα τον έλεγαν, λογιότατο. Κι ακούγοντας τ’όνομα Αχιλλέα, παντυχαίνετε οτ’είναι εκείνος ο περίφημος Αχιλλέας. Και πολέμαγε τ’ όνομα τους Τούρκους. Δεν πολεμάγει τ’όνομα ποτέ, πολεμάγει η αντρεία, ο πατριωτισμός η αρετή. Κι ο Αχιλλέας ο δικός σας, ο φρούραρχος της Κόρθος, λεβέντης ήταν, «Αχιλλέγα» τον έλεγαν. Είχε και το κάστρο εφοδιασμένο από τ’ αναγκαία του πολέμου, είχε και τόσο στράτεμα. Όταν είδε τους Τούρκους του Δράμαλη από μακριά -και ήταν και καταπολεμισμένος από Ρούμελη, από Ντερβένια- βλέποντάς τον ο Αχιλλέας άφησε το Κάστρο κι έφυγε, απολέμιστο. Να ήταν ο Νικήτας, έφευγε; ο Χατζηχρήστος και οι άλλοι; Όχι βέβαια. Ότι τον καρτέρεσαν αυτοί το Δράμαλη στον κάμπο και τον αφάνισαν· όχι σ’εφοδιασμένο κάστρο, και σαν το κάστρο τής Κόρθος» (Β' 59).
Τα γράμματα είναι από τις πιο ευγενικές ασκήσεις κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία -εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία -εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχονν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος. Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι «τροπαιούχοι του άδειου λόγου», καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα, όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς· θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα. Γιατί έτσι όπως μας φανερώνεται ο Μακρυγιάννης, βλέπουμε ολοκάθαρα πως αν και αγράμματος, δεν ήταν διόλου ένας ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος. Ήταν ακριβώς το εναντίον: ήταν μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης, δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του· είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία· κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα -είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα '21.
Γι’αυτό η λαϊκή μας παράδοση είναι τόσο σπουδαία.
Πηγή: Γιώργου Σεφέρη, «Δοκιμές», εκδ. Ίκαρος, Αθήναι 1981
Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)