Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργασίες μαθητών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εργασίες μαθητών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Ιουνίου 2019

Ευριπίδη Ελένη: Project - Μια ιστορία εμπνευσμένη από την τραγωδία

Στα μέσα του 20ου αιώνα, μια νύχτα του χειμώνα, μια νεαρή όμορφη ξανθιά κοπέλα βρίσκεται κλειδωμένη στο δωμάτιό της σ' ένα απομακρυσμένο χωριό της Ηπείρου. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, γράφει στο ημερολόγιό της…

Ήπειρος, Ιανουάριος 1960
‘‘ Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

   Τους τελευταίους μήνες έχω περάσει πολύ δύσκολα και νιώθω μεγάλη ανάγκη να τα πω σε κάποιον, γι’ αυτό αποφάσισα να σου γράψω. Αυτή τη στιγμή είμαι κλεισμένη στο δωμάτιό μου στο χωριό, μακριά από όλους και απ’ όλα γιατί φοβάμαι ότι αν βγω θα με βρει ο Γιώργος. Αλλά ας το πάρουμε από την αρχή…

   Μέχρι πριν λίγους μήνες, ζούσα στην Αθήνα μαζί με τους γονείς μου και ήμουν τρελά ερωτευμένη με τον Μενέλαο. Ο Μενέλαος ήταν πολύ όμορφος. Ήταν ψηλός, μελαχρινός, γεροδεμένος… Αγαπιόμασταν πάρα πολύ και νιώθαμε ότι είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Όμως κάποτε όλα τελείωσαν για εμάς…

   Όλα συνέβησαν μια μέρα που, ενώ βρισκόμουν στο δωμάτιό μου και σκεφτόμουν τον Μενέλαο, μπήκε μέσα η μητέρα μου και μου ανακοίνωσε ότι σε λίγη ώρα η θεία μου η Μαρίκα, η μεγάλη της αδερφή, θα ερχόταν να μας επισκεφθεί. Δε θα ήταν όμως μόνη της. Μαζί θα έφερνε και έναν νεαρό να μου γνωρίσει για να τον παντρευτώ. Εγώ αρνήθηκα, δεν ήθελα να το κάνω αυτό, γιατί η καρδιά ανήκε μόνο στον Μενέλαο. Αλλά η μητέρα μου με παρακάλεσε έστω να βγω να τον γνωρίσω και, ύστερα από πολλή ώρα, δέχτηκα.

   Η στιγμή που θα συναντούσα τον Άρη έφτασε. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα κατάλαβα ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν για μένα. Δεν είχε καμία σχέση με τον Μενέλαο. Ήταν άσχημος και κοντός, αλλά η μητέρα μου έσπευσε να μου υπενθυμίσει ότι η εξωτερική εμφάνιση δεν παίζει σημαντικό ρόλο, γιατί ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι που μετράει. Όμως ούτε ο χαρακτήρας ήταν το δυνατό του σημείο. Όταν τον γνωρίσαμε και μάθαμε περισσότερα πράγματα γι’ αυτόν μέχρι και οι γονείς μου άρχισαν να έχουν αμφιβολίες. Ήταν εξαιρετικά αγενής, οκνηρός, όλη μέρα καθόταν χωρίς να κάνει τίποτα και τα περίμενε όλα από τους γονείς του. 

   Ήρθε η ώρα ο Άρης να φύγει. Αφότου έφυγε, οι γονείς μου μού τόνισαν πως δεν ήθελαν να τον παντρευτώ. Ένιωσα πολύ χαρούμενη που δε θα αναγκαζόμουν να εγκαταλείψω τον Μενέλαο για κάποιον που δεν αγαπούσα. Εκείνη την ώρα, όμως, δε θα μπορούσα με τίποτα να φανταστώ εκείνο το απρόσμενο γεγονός που θα συνέβαινε την επόμενη νύχτα και θα οδηγούσε τους γονείς μου να πάρουν την απόφαση να με στείλουν εδώ στο χωριό, στον οικογενειακό φίλο των γονιών μου, τον κύριο Δημήτρη, να με προσέχει.

   Το επόμενο βράδυ, λοιπόν, οι γονείς μου πήγαν να επισκεφθούν μια ξαδέρφη του πατέρα μου, η οποία ήταν άρρωστη. Εγώ ήμουν μόνη στο σπίτι και έπλενα τα πιάτα όταν, ξαφνικά, άκουσα έναν περίεργο θόρυβο σαν κάποιος να προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα. Πλησίασα το παράθυρο που βρισκόταν δίπλα στην πόρτα και κοίταξα προσεχτικά να δω τι συμβαίνει. Αυτό που είδα με εξέπληξε. Ήταν ο Άρης, που προσπαθούσε να μπει στο σπίτι. Φοβήθηκα, δεν ήξερα τι να κάνω. Τότε αυτός φώναξε: «Ελένη, είσαι μέσα; Άνοιξέ μου σε παρακαλώ». Χωρίς να το σκεφτώ λογικά, πλησίασα και του άνοιξα την πόρτα. Εκείνος με άρπαξε αμέσως κοντά του και μου είπε: «Είδα τους γονείς σου να φεύγουν και ήρθα να σε πάρω. Θέλω να γίνεις γυναίκα μου!». Σάστισα, δεν ήξερα τι να πω και τι να κάνω. Δεν ήθελα με τίποτα να φύγω μαζί του. Ευτυχώς για μένα, οι γονείς μου γύρισαν νωρίτερα και τον έδιωξαν. Μετά απ’ αυτό, αποφάσισαν να με στείλουν εδώ στο χωριό για να με προστατεύει ο κύριος Δημήτρης. Δυστυχώς, όμως, τα βάσανα για μένα δεν έχουν τελειωμό.

   Μετά από λίγο καιρό, για κακή μου τύχη, ο κύριος Δημήτρης πέθανε ξαφνικά και εγώ έμεινα στο σπίτι μόνη με τον γιο του, τον Γιώργο, και την κόρη του, τη Μαρία. Η Μαρία έχει την ίδια ηλικία με μένα, είμαστε πολύ καλές φίλες, με στηρίζει και με βοηθάει πάντα. Ο Γιώργος, από την άλλη, είναι μεγαλύτερος από μένα και από τότε που πέθανε ο πατέρας του επιμένει να μου λέει κάθε μέρα να τον παντρευτώ. Γι’ αυτό το λόγο, κάθομαι ώρες ολόκληρες κλειδωμένη στο δωμάτιό μου, αφού αυτός είναι ο μόνος τρόπος να τον αποφύγω. Κάθε μέρα εύχομαι να είναι η τελευταία που βρίσκομαι εδώ, που τα περνάω όλα αυτά. Εύχομαι να έρθουν οι γονείς μου, έστω να με δουν, να τους πω τι συμβαίνει και να με πάρουν από εδώ.’’

Ένας μήνας μετά στην Αθήνα

   Οι γονείς της Ελένης, καθώς περπατούσαν προς το σπίτι τους, είδαν από μακριά τον Μενέλαο με μια κοπέλα, την οποία όμως δεν μπορούσαν να δουν καλά. Πήγαν πιο κοντά και αυτό που είδαν τους άφησε άφωνους. Η κοπέλα που ήταν μαζί με το Μενέλαο ήταν η Ελένη. Έφυγαν πριν προλάβει να τους δει κανένας από τους δύο και πήγαν γρήγορα σπίτι, νευριασμένοι που η Ελένη το είχε σκάσει από το χωριό. Ή μήπως δεν το είχε σκάσει;

   Οι γονείς της Ελένης ήταν πολύ συγχυσμένοι. Μετά από πολύ σκέψη, αποφάσισαν να πάνε στο χωριό για να μάθουν τι είχε συμβεί. Το επόμενο πρωί αναχώρησαν για το χωριό νευριασμένοι με την Ελένη αλλά και ταυτόχρονα μπερδεμένοι, αφού δεν ήταν σίγουροι για το βρισκόταν πραγματικά η κόρη τους. Μετά από πολλές ώρες, έφτασαν έξω από το σπίτι που κάποτε ζούσε ο κύριος Δημήτρης, αλλά αυτό που αντίκρισαν τους μπέρδεψε ακόμη περισσότερο. Η Ελένη ήταν εκεί μαζί με την Μαρία…

   Στην αρχή σκέφτηκαν να πάνε να της μιλήσουν αλλά ύστερα το μετάνιωσαν. Αποφάσισαν να γυρίσουν και να προσπαθήσουν να βρουν μόνοι τους τι είχε συμβεί. Μέχρι και την ώρα που έφτασαν στην Αθήνα μόνο ένα σενάριο θεωρούσαν πιθανό. Μόλις μπήκε στο σπίτι, η γυναίκα ρώτησε τον άντρα: «Λες όλα αυτό να έχει σχέση με αυτό που συνέβη πριν από 20 χρόνια;»

Λίγες ημέρες μετά…

   Η Ελένη καθόταν μαζί με τη Μαρία στην αυλή του σπιτιού, απολαμβάνοντας τις λίγες ώρες ελευθερίας που τις έμεναν μέχρι να γυρίσει πίσω ο Γιώργος, ο οποίος είχε πάει τα πρόβατα να βοσκήσουν. Ξαφνικά είδε μπροστά της τον πολυαγαπημένο της Μενέλαο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε ότι ήταν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου. Πίστεψε ότι ο Μενέλαος ανακάλυψε που βρισκόταν και ήρθε να την πάρει. Όμως αυτός δεν ήταν μόνος του αλλά με μια κοπέλα. Όταν την είδε, έπεσε από τα σύννεφα. Η κοπέλα αυτή ήταν ίδια με την Ελένη. 

   Έτρεξε αμέσως προς το μέρος του ζητώντας απαντήσεις. Μόλις την είδε ο Μενέλαος σοκαρίστηκε και απαίτησε να μάθει ποια ήταν. Η Ελένη με δάκρυα απάντησε :«Εγώ είμαι η Ελένη, η Ελένη που αγάπησες και σε αγάπησε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο! Αυτή όμως που είναι δίπλα σου ποια είναι;» Και η κοπέλα αυτή απάντησε: «Εγώ είμαι η πραγματική Ελένη. Γιατί λες ψέματα ;» Μετά απ'αυτό η Ελένη δεν άντεξε άλλο. Ξέσπασε σε λυγμούς και άρχισε να λέει στον Μενέλαο για όλα όσα έχουν περάσει μαζί. Αφότου η Ελένη τελείωσε τη διήγησή της, ο Μενέλαος δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι η κοπέλα που είχε φέρει μαζί του δεν ήταν η κοπέλα που ερωτεύτηκε αλλά κάποια άλλη.

   Αφού αγκαλιάστηκαν ο ένας με τον άλλο, αποφάσισαν να φύγουν μαζί με την άλλη κοπέλα για την Αθήνα και να ζητήσουν απαντήσεις από τους γονείς της Ελένης. Η Μαρία υποσχέθηκε ότι δε θα έλεγε στον Γιώργο τι είχε συμβεί πραγματικά, αλλά θα έλεγε ότι την Ελένη την πήραν οι γονείς της. Η Ελένη ευχαρίστησε τη Μαρία για όλες τις φορές που τη βοήθησε και τη στήριξε απέναντι στον αδερφό της και ύστερα έφυγε. 

   Πέρασαν οι ώρες και το βράδυ έφτασαν στην Αθήνα. Αρχικά μπήκαν στο σπίτι μόνο ο Μενέλαος με την Ελένη, οι οποίοι βρήκαν τους γονείς να μιλούν με τη θεία Μαρίκα. Αφού τους χαιρέτησαν η Ελένη είπε: «Θα θέλαμε να σας δείξουμε κάτι…» Τότε μπήκε μέσα η άλλη κοπέλα η οποία στη διαδρομή είχε αποκαλύψει στην Ελένη και στον Μενέλαο ότι το πραγματικό της όνομα ήταν Κωνσταντίνα. Οι γονείς της Ελένης μόλις είδαν την Ελένη σοκαρίστηκαν. Η μητέρα της ξέσπασε σε κλάματα και ο πατέρας της είπε: «Νομίζω ότι πρέπει να καθίσετε γιατί έχουμε να σας πούμε πολύ σημαντικά πράγματα. Ελένη, πρέπει να μάθεις επιτέλους όλη την αλήθεια αν και δε θέλαμε να γίνει μ' αυτόν τον τρόπο»
 
20 χρόνια πριν… Μια νεαρή γυναίκα έφερε στον κόσμο δύο δίδυμα κοριτσάκια. Τα αγαπούσε και τα δύο πάρα πολύ, περισσότερο απ’ όσο αγαπούσε τον ίδιο εαυτό της. Εκείνη και ο άντρας της, όμως, δεν είχαν αρκετά χρήματα για να τις μεγαλώσουν και τις δύο. Έτσι αποφάσισαν να δώσουν το ένα από τα δύο κοριτσάκια για υιοθεσία. Το έδωσαν πρώτα στην μεγάλη αδερφή της γυναίκας η οποία με τη σειρά της το έδωσε σε ένα φιλικό ζευγάρι που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Οι γονείς δεν έμαθαν ποτέ τίποτα περισσότερο γι’ αυτή την κόρη τους. Την δεύτερη κόρη από την άλλη την κράτησαν και της έδωσαν το όνομα Ελένη.
 
 Όση ώρα οι γονείς της Ελένης της αποκάλυψαν όλη την αλήθεια σχετικά με την αδερφή της εκείνη είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τόσα χρόνια είχε μια δίδυμη αδερφή και το έμαθε από ένα τυχαίο γεγονός. Ήθελε να ρωτήσει τόσα πράγματα όμως οι λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα της.

   Έπειτα το λόγο πήρε η θεία της Ελένης : «Πριν από κάποιους μήνες που δεν είχα αρκετά λεφτά ο Άρης με βοήθησε οικονομικά και ως αντάλλαγμα υποσχέθηκα να του γνωρίσω την Ελένη. Όμως μετά από όσα συνέβησαν οι γονείς την έστειλαν στο χωριό και ο Άρης  με εκβίαζε ότι θα κατέστρεφε το γάμο της κόρης μου αν δεν του έδινα την Ελένη. Γι’ αυτό το λόγο αποφάσισα να βρω την Κωνσταντίνα και να δώσω αυτή στον αφού εγώ γνώριζα τους θετούς της γονείς, άρα δε θα δυσκολευόμουν. Στην αρχή δε δέχτηκε να με βοηθήσει αλλά εκμεταλλεύτηκα το γεγονός ότι ο θετός της πατέρας της δεν της φερόταν καλά και της υποσχέθηκα ότι θα τη βοηθήσω να απαλλαγεί από τη συμπεριφορά του.»

   Στο τέλος μίλησε η ίδια η Κωνσταντίνα : «Λίγο καιρό αφότου δέχτηκα να παντρευτώ τον Άρη γνώρισα τον Μενέλαο ο οποίος όπως όλοι πίστεψε ότι είμαι η Ελένη. Γοητεύτηκα από το πόσα πολλά πράγματα έκανε για να με κερδίσει παρόλο που στην πραγματικότητα δεν ήθελε να κερδίσει εμένα αλλά την αδερφή μου. Συμφώνησα να κλεφτούμε και να πάμε στο χωριό, όπου συναντήσαμε την πραγματική Ελένη.» 

   Μετά από όλες αυτές τις αποκαλύψεις η Ελένη δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά της. Ήλπιζε ότι όλα αυτά ήταν ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης, ότι σε λίγο θα ξυπνούσε και θα ήταν όλα όπως πριν. Χωρίς να είχε πάει στο χωριό, χωρίς να είχε μια δίδυμη αδερφή της οποίας την ύπαρξη αγνοούσε όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό όμως δε συνέβη γιατί όλα όσα είχαν ζήσει τον τελευταίο καιρό ήταν πέρα για πέρα αληθινά.

   Η Κωνσταντίνα και η θεία Μαρίκα έφυγαν χωρίς να πουν τίποτα παραπάνω. Οι υπόλοιποι έμειναν αμίλητοι για πολλή ώρα, ώσπου ο Μενέλαος έσπασε τη σιωπή ζητώντας από τους γονείς της Ελένης να την παντρευτεί. Αυτό το είχε ξανακάνει παλιότερα όμως δεν την έδιναν επειδή πίστευαν ότι η Ελένη αξίζει κάτι καλύτερο. Αυτή τη φορά, συμφώνησαν να γίνει αυτός ο γάμος, διότι έβλεπαν ότι μόνο ο Μενέλαος αγαπούσε την Ελένη αληθινά και κάπως έτσι η ιστορία έληξε χαρούμενα και το ζευγάρι έζησε ευτυχισμένο για πάντα. 

Αθήνα, Μάρτιος 1960
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

   Θα ήθελα να σου πω ότι είμαι πραγματικά ευτυχισμένη. Επιτέλους από τόσες δυσκολίες και τόσα βάσανα μπορώ να είμαι με τον άνθρωπο μου, τον Μενέλαο και τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει. Είμαι πολύ χαρούμενη, αισθάνομαι υπέροχα κάθε φορά που είμαι μαζί του και εύχομαι πραγματικά αυτή η ευκαιρία να κρατήσει για όλη την υπόλοιπη ζωή μου.   


Βασιλική Σπανουδάκη
Μαρίλια Παπαϊωάννου
Τμήμα Γ4

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018

Γράμμα στην 'Αννα Φράνκ ως πατέρας της


Φρανκφούρτη, 1 Δεκεμβρίου 1942

Αγαπημένη μου Άννα,

Όλοι περνάμε δύσκολα αυτόν τον καιρό κρυμμένοι εδώ και θέλω να ξέρεις πως όλοι περνάμε ακριβώς τα ίδια ζόρια. Συγγνώμη που σου φερόμαστε έτσι , εγώ και η μητέρα σού, αλλά άνθρωποι είμαστε και ξεσπάμε. Δυστυχώς, και δεν ξέρω το γιατί, ξεσπάμε πάνω σου πολύ συχνότερα από ότι στη Μαργκότ.
   Επίσης έχω καταλάβει ότι η μητέρα σου μαλώνει εσένα χωρίς λόγο και όχι την αδερφή σου, της το λέω συνεχώς αλλά εκείνη δε λέει να αλλάξει στάση γιατί προφανώς έχει κάποια αδυναμία στη Μαργκότ η οποία δεν αρέσει ούτε σε εμένα αλλά ούτε και σε εσένα από ότι φαίνεται. Εγώ στα λέω όλα αυτά γιατί πιστεύω ότι είσαι μεγάλο κορίτσι και καταλαβαίνεις άψογα τα πάντα άσχετα τι λένε οι υπόλοιποι γι'αυτό και σου μιλάω ευθέως και ντόμπρα.
   Παρ' όλα αυτά και εγώ αλλά και η μητέρα σου σε αγαπάμε. Είσαι παιδί μας, οφείλουμε να σε αγαπάμε. Επιπλέον γνωρίζω ότι εσύ δεν αγαπάς ούτε τη μητέρα σου αλλά ούτε και την αδερφή σου διότι σε αδικούν συνεχώς. Εγώ θα είμαι πάντα εδώ για εσένα να σε προστατεύω και να σε στηρίζω.
   Από εσένα θέλω ένα μόνο πράγμα: Να είσαι υπομονετική και να μη το βάζεις κάτω ότι κι αν γίνεται με την αδερφή σου και τη μητέρα σου. Τέλος να ξέρεις πως εγώ προσπαθώ και θα προσπαθώ να κάνω το καλύτερο για να κυλά όσο πιο ήρεμα γίνεται η πικρή και δύσκολη ζωή μας.


Σε αγαπώ πολύ,
ο πατέρας σου
Ότο    




Χριστοφής Χρήστος Β4  

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017


Το σχολειο στα χρονια της γιαγιας μου

     Η γιαγιά μου μεγάλωσε στη Μάρπησσα της Πάρου. Εκεί υπήρχε ένα Δημοτικό σχολείο. Σε κάθε περιοχή της Πάρου υπήρχε τουλάχιστον ένα Δημοτικό και υπήρχε ένα μοναδικό Γυμνάσιο στην προτεύουσα.
     Τα μαθήματα που είχαν δεν ήταν τόσα όσα τα δικά μας σήμερα. Είχαν Γραμματική, Μαθηματικά, Έκθεση, Ιατορία, Φυσική, Μουσική και Γυμναστική. Επίσης κάνανε συγχνά επιδείξεις, γιορτές, και πήγαιναν πολλές εκδρομές.
     Οι δάσκαλοι δεν ήταν τόσο αυστηροί. Τουλάχιστον όχι τόσο όσο φαινόνταν. Ο μόνος λόγος που τα παιδιά τους φοβόνταν ήταν η βέργα. Η βέργα ήταν ένα μακρύ ραυδί που το χρησιμοποιούσαν οι δάσκαλοι για να χτυπούν τα παιδιά όταν δεν ήταν φρόνιμα. Στον τοίχο υπήρχε μόνο πίνακας με κιμωλία και όχι με μαρκαδόρους όπως σήμερα. Τα παιδια γράφανε με πένες και μολύβια αφού δεν υπήρχαν τότε στυλό. Μια ακόμη διαφορά είναι τα ατομικά πινακάκια που είχε το κάθε παιδί. Ήταν ένα πινακάκι, σε μέγεθος ενός κλειστού βιβλίου περίπου, που γράφανε με κιμωλία. Το χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για πρόχειρο, αφού το χαρτί ήταν λιγότερο και ακριβότερο και δεν το είχαν σε αφθονία όπως τώρα. Βασική διαφορά είναι ότι τα παιδιά δεν φορούσαν ό,τι ήθελαν, αλλά υπήρχαν οι ποδιές που με αυτές ήταν υποχρεωμενα να πηγαίνουν κάθε μέρα στο σχολείο. Μέχρι και σήμερα τα παιδιά είναι πολύ πειραχτήρια και έχουν το συνήθιο να βγάζουν σε κάποιους παρατσούκλια για να γελάσουν ή να πειράξουν τον άλλο. Τότε το κάθε παιδί είχε το παρατσούκλι του, που του το έβγαζαν οι φίλοι του ανάλογα με την εμφάνιση του ή κάποιο ελάττωμα ή χάρισμα που μπορεί να είχε. Ακόμα και οι δάσκαλοι τα φώναζαν με το παρατσούκλι του καθενός. Τα ονόματα που έβρισκαν ήταν κυρίως ζώα, όπως μπακαλιάρος, σουπιά, καλαμαράκι και άλλα.
     Οι διαφορές δεν ήταν και τόσο πολλές αλλά ήταν αρκετές για να έχουν τα παιδιά διαφορετική ψυχολογία και συμπεριφορά από τα σημερινά παιδιά.

                                                                    Κατερίνα Παπαλέξη
                                                                                             Α4

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Μια μέρα στο ναζιστικό καθεστώς
 Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, σκεφτόμουν εκείνο το μικρό κορίτσι, το Εβραιόπουλο, που ο γερμανός στρατιώτης τράβαγε με μανία, για να το βάλει στο φορτηγό του και να το πάει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά της τα μάτια, μάτια που αναζητούσαν λίγη ανθρωπιά, μάτια που είχε κυριέυσει ο φόβος και η αγωνία, αθώα μα χωρίς ελπίδα. Μερικές φορές σκέφτομαι πως είμαι έστω και λίγο τυχερή μέσα στην ατυχία μου, αφού δεν είμαι Εβραιοπούλα.
Το πρωί ήταν σαν όλα τα άλλα πρωινά. Σηκώθηκα από τα ξερόχορτα, που αποτελούν ένα είδος στρώματος για μένα και αντίκρυσα για άλλη μια φορά το ίδιο χάος και την ίδια φρίκη. Ο ουρανός σκοτεινός και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, μολυσμένη από τους καπνούς και τις φωτιές. Έχω να δω τον λαμπερό ήλιο από τότε που άρχισε ο πόλεμος. Αυτός ο ήλιος που φωτίζει όλη την πλάση και δίνει ελπίδα στις καρδιές των ανθρώπων, αφού τους κάνει να συνειδητοποιούν πως μέσα σε αυτόν τον άσχημο κόσμο υπάρχει κάτι ωραίο. Έχω να δω την ελπίδα μέσα μου, αλλά και στα μάτια των ανθρώπων γύρω μου από τότε που άρχισε ο πόλεμος.
Το άλλοτε πλούσιο πρωινό που μου έφτιαχνε η μητέρα μου έχει τώρα αντικατασταθεί από ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Ο μισθός μου, για την πολύωρη και σκληρή δουλειά στο εργοστάσιο κατασκευής όπλων. Εκεί όπου περνάω το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας κατασκευάζοντας, υποχρεωτικά, όπλα για τους γερμανούς. Ώρες, ώρες, σκέφτομαι να πάρω όλα αυτά τα όπλα και να τα κρύψω κάπου που δεν θα μπορέσουν ποτέ να τα βρουν και να σταματήσει πια αυτό που λέγεται πόλεμος, να σταματήσει  ο κόσμος να πονάει και να θρηνεί, να δω χαμόγελα και ελπίδα σχηματισμένη στα πρόσωπα των ανθρώπων. Ελπίδα, λέξη ως τώρα ξεχασμένη από καιρό. Άλλες φορές πάλι φαντάζομαι αν θα μπορούσα να μετατρέψω όλα αυτά τα όπλα σε λουλούδια, να τα δίνω στους στρατιώτες και εκείνοι με την σειρά τους να τα προσφέρουν στο κόσμο και έτσι να διαδοθεί το χαρμόσυνο μήνυμα της ειρήνης και μια νέα μέρα να λάμψει. Μα όλα αυτά δυστυχώς είναι τόσο ωραία για να είναι αληθινά και ο πόλεμος τόσο σκληρός για να έχει κανείς τέτοιες προσδοκίες.
Αμέσως μετά το πρωινό πήγα στο εργοστάσιο και δούλευα κάνοντας όνειρα, για το πως θα ήταν αυτός ο κόσμος καλύτερος και η ιδέα ότι τα λουλούδια μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις σφαίρες, έκανε την καρδιά μου να ηρεμήσει και ένα αίσθημα χαράς να με γεμίσει. Τα μαγικά όνειρά μου όμως διέκοψε μια άγρια, ναζιστική φωνή, όταν ο επιθεωρητής διέκρινε πως, αφηρημένη και παραδομένη στα όνειρά μου, είχα κάνει λάθος στην συναρμολόγηση. Τότε πρόφερε αυτή τη τεράστια φράση, που ακόμα και αν κάποιος δεν γνωρίζει γερμανικά, αλλά δουλεύει στο εργοστάσιο , ξέρει πολύ καλά. Τη φράση που σου πρόσθετε επιπλέον ώρες εργασίας, σου πολλαπλασίαζε τις αγγαρείες και δεν σου έδινε το ξεροκόμματο ψωμί ως ανταμοιβή. Πάντα όμως αυτή η φοβερή φράση συνοδευόταν από ένα δυνατό χαστούκι και μια βρισιά, που ποτέ δεν κατάλαβα τι σημαίνει. Παρ' όλα αυτά ένοιωσα τυχερή που δεν με είχε σκοτώσει. Φαίνετε θα με είχε λυπηθεί, ένα αστείο, αφού οι γερμανοί δεν έχουν ψυχή, μόνο όπλα κανείς του δεν λυπάται κανένα από εμάς.
 Έτσι το βράδυ, μετά από τη δουλειά, γύρισα στο σπίτι εξαθλιωμένη, ανήμπορη και πεινασμένη, μα πάνω από όλα θυμωμένη με τον εαυτό μου, που τον άφησα να ονειρευτεί, γιατί σαν παιδί και εγώ ήθελα να ονειρευτώ, να φύγω μακριά από την φρικτή πραγματικότητα και αν ταξιδέψω σε κόσμους μαγικούς και απίθανους. Τότε σκεφτόμουν πως αν δεν ονειρευόμουν δεν θα πεινούσα τις επόμενες μέρες και ίσως δεν θα υπέφερα. Μια δεύτερη σκέψη όμως με διαβεβαίωσε πως το μόνο πράγμα που μου μένει να κάνω είναι να ονειρεύομαι, εξάλλου την κακουχία και τις στερήσεις τις είχα συνηθίσει. Τότε ξάπλωσα στα ξερόχορτά μου και ένας γλυκός ύπνος με πήρε, γεμάτος όνειρα και ελπίδα.



Άννα Κουρούκλη, Α4΄

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017


😥 Πώς θα ήταν η ζωή μου στην κατοχή 😓

     Ένα βράδυ διάβαζα ένα βιβλίο που μιλούσε για τις μέρες της κατοχής. Ήταν πολύ θλιβερό. Έκλεισα τα μάτια μου και με φαντάστηκα μια κρύα μέρα του φθυνοπώρου.
     Ήμουν, θυμάμαι, ένα αδύνατο, μικροκαμωμένο κοριτσάκι, με κουρελιασμένα ρούχα και ανακατεμένα μαλλια. Στο χέρι μου κρατούσα δύο κάστανα και έτρεχα. Φαίνεται πως με κυνηγούσαν, διότι πιο πίσω ήταν ένας ψηλός, μεγάλης ηλικίας άντρας, που μου φώναζε να τα επιστρέψω. Εγώ, όμως, ετρεχα χωρίς σταματημό, μέχρι που έστριψα σε μια γωνία και με έχασε από τα μάτια του. Συνέχισα να τρέχω λίγο πιο χαλαρά, γιατί είχα λαχανιάσει. Τότε είδα ένα μικρό άνοιγμα σε έναν τοίχο ενός ερειπωμένου σπιτιού. Μπήκα μέσα κρατώντας με τα αδύναμα χέρια μου τα δυο κάστανα. Ήταν πολύ σκοτεινά. Μόνο λίγο φως έμπαινε από κάτι τρύπες στο ταβάνι. Κάθησα σε μια πέτρα για να τα φάω. Δεν είχα τελειώσει ούτε το πρώτο, μέχρι που μπήκε ένα κοριτσάκι και με κοίταζε παραξενεμένο. Ήταν, το καϊμένο, σκελετωμένο με μακριές κοτσίδες. Σίγουρα είχε μέρες να φάει. Κοίταζα μια το κοριτσάκι και μια το μοναδικό μου κάστανο. Πρόσεξα, μάλιστα, ότι κι εκείνο κοιτούσε το κάστανό μου. Άπλωσα το χέρι μου και του το έδωσα. Εκείνο μου χαμογέλασε, σαν να μου έλεγε "Ευχαριστώ". Το ρώτησα πώς το λένε. "Ειρήνη είναι το όνομά μου" είπε σχεδόν ψυθιριστά και άρχισε να τρώει το κάστανο. "Ειρήνη" αντηχούσε στο μυαλό μου εκείνη η λέξη. Αχ, πόσο καιρό είχα να την ακούσω και να είναι αλήθεια. "Πολύ ωραίο όνομα έχεις" είπα τελικά. Το κοριτσάκι σαν να δυνάμωσε κάπως με το κάστανο, διότι είπε περίφανα. "Το ξέρω! Η μαμά μου, μου το έδωσε όταν γεννήθηκα. Μου το έδωσε για να υπάρχει, τουλάχιστον, ειρήνη ανάμεσα στην οικογέννειά μας, αφού δεν υπάρχει στον κόσμο". "Και πού είναι τώρα η μαμά σου;" την ρώτησα, αλλά αμέσως το μετάνιωσα. Έσκυψε το κεφαλάκι της. "Δεν ξέρω" μου απάντησε σιγανά και έβαλε τα κλάματα. "Δεν ξέρω" ξανά 'πε. "Την έχασα πριν δυο μήνες περίπου. Μια μέρα πεινούσαμε. Πήγαμε να κλέψουμε ένα κομματάκι ψωμί, όμως μας είδε ένας Γερμανός και άρχισε να μας κυνηγάει. Έπιασε την μαμά μου. Εκείνη μου φώναξε να τρέξω πιο γρήγορα και να μην σταματήσω. Έτσι κι έκανα. Συνέχισα να τρέχω μέχρι που εξαντλήθηκε η ενέργειά μου. Σταμάτησα! Δεν ήξερα που βρισκόμουν. Κατάλαβα ότι είχα χάσει την μαμά μου για πάντα". Η Ειρήνη ξανά 'βαλε τα κλάματα. Ήταν πιο δυνατά και πιο σπαραχτικά από πριν. Ποτάμι έτρεχαν τα δάκρυά της. Μόλις σταμάτησε, συνέχισε να λέει. "Από τότε μένω εδώ και τρώω ό,τι βρω. Συνήθως ζητιανεύω στους δρόμους και όλο και λίγο ψωμί μου γίνουνε ή καμια σταφίδα". "Έλα" της είπα. "Σίγουρα πεινάς πολύ. Πάμε να βρούμε κάτι να φάμε. Τα κάστανα δεν μας χόρτασαν".
     Από τότε μέναμε και οι δύο σε εκείνο το ερειπωμένο σπίτι και ό,τι βρίσκαμε το μοιραζόμασταν. Με την Ειρήνη είμασταν σαν αδελφές. Κάναμε πολλές πλάκες σε Γερμανούς και ύστερα το βάζαμε στα πόδια. Όμως ήρθε ο Χειμώνας. Το κρύο ήταν τσουχτερό και ο κόσμος δεν είχε τίποτα για να μας δώσει. Η Ειρήνη δεν ήταν καλά. Δεν γελούσε πια και δεν έτρωγε τίποτα. Ήταν πολύ άρρωστη.
     Ξαφνικά άκουσα μια γνώριμη φωνή. "Κατερίνα! Ξύπνα! Πρέπει να πας σχολείο!" Πετάχτηκα πάνω. Ήταν η μαμά μου που μου έλεγε να σηκωθώ. Πρόσεξα ότι ακόμα κρατουσα εκείνο το θλιβερό βιβλίο στην αγκαλιά μου. Καταβάθος χαιρόμουν που θα πάω σχολείο και δεν ζούσα εκείνα τα χρονια. Χαιρόμουν που είχα πάντα κάτι να φάω, μια ντουλάπα με ρούχα, ένα σπίτι, μια οικογέννεια και υπέροχους φίλους. Ξαφνικά συνηδιτοποίησα πόσα είχα και δεν το είχα καταλάβει. Πρώτη φορά ετοιμάστηκα με τόση όρεξη για να πάω σχολειο και ας γράφαμε διαγώνισμα.


                                                           Κατερίνα Παπαλέξη
                                                                            Α'4 😞😞

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Αποκωδικοποιόντας τον "Πιστό Φίλο"

Στην ιστορία ο πιστός φίλος ο Όσκαρ Ουαιλντ αναδεικνύει , με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο , ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει την κοινωνία και την εποχή μας . Τη κατάχρηση και την εκμετάλλευση από την εξουσία των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων . Ο μυλωνάς αντιπροσωπεύει μια κοινωνική ομάδα , που κατέχει δύναμη και εξουσία και για αυτό εκμεταλλεύεται τους λιγότερο οικονομικά ισχυρούς , για το δικό της συμφέρον. Από την άλλη πλευρά ο μικρούλης Χανς αντιπροσωπεύει την κοινωνική ομάδα που εκμεταλλεύονται οι οικονομικά ισχυροί , γιατί ακριβώς δεν έχει τόση οικονομική και κοινωνική δύναμη . Δυστυχώς αυτή η ομάδα που αποτελεί και την πλειονότητα του πληθυσμού , δεν αντιδρά και δεν βάζει εμπόδια απέναντι στην εκμετάλλευση που της ασκείται . Αυτή η παθητική στάση οφείλεται στο γεγονός ότι η εξουσία παρασύρει και "μαγεύει"  τον λαό με τα ψέματά της και την φιλική της στάση απέναντί του , δίνοντάς του μια κρυφή ελπίδα πως αν συνεχίσει να υπακούει και να μην αντιδρά σε αυτά που του υποβάλλονται θα τον ωφελήσει στο μέλλον . Στην πραγματικότητα όμως ο μόνος που κερδίζει από τέτοιου είδους σχέσεις είναι η εξουσία. Για να σταματήσει η εκμετάλλευση θα πρέπει όλοι εμείς οι μικρούληδες Χανς να μην είμαστε ευκολόπιστοι και να πάψουμε να έχουμε παθητική στάση.

     Άννα Κουρούκλη , Α4΄                                        


Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Γράμμα σε ένα προσφυγόπουλο

Αγαπητέ μου φίλε,
Έχω ακούσει πολλά σχετικά με τις κακουχίες που αντιμετωπίζετε εσύ και οι συμπατριώτες σου. Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ για όλα όσα συμβαίνουν στη χώρα σου, αυτά που σε ανάγκασαν να φύγεις και να έρθεις εδώ για να αναζητήσεις μια καλύτερη ζωή, την οποία όμως δεν βρίσκεις. Και δε φταις εσύ γι’ αυτό. Φταίνε κάποιοι άλλοι οι οποίοι δυστυχώς δεν ενδιαφέρονται ούτε για εσένα ούτε για τους υπόλοιπους ανθρώπους που υποφέρουν. Είμαι σίγουρη ότι αντιμετωπίζεις αρκετά προβλήματα. Αρχικά ένα σημαντικό πρόβλημα είναι ότι πολλοί άνθρωποι δεν θέλουν πρόσφυγες και άλλους ξένους στη χώρα τους, χωρίς όμως να έχουν κάποιο λόγο. Είναι ρατσιστές. Δεν μπορούν να ανεχτούν πως υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι στον κόσμο, οι οποίοι διαφέρουν από αυτούς. Επιπλέον γνωρίζω ότι πρέπει να τα βγάλετε πέρα με την πείνα, την έλλειψη στέγης, το κρύο… Επίσης εσύ και τα υπόλοιπα παιδιά που αναγκαστήκατε να εγκαταλείψετε τη χώρα έχετε και εσείς δικαίωμα στη μόρφωση. Παρ’ όλα αυτά μερικοί άνθρωποι, ρατσιστές και αυτοί, δεν θέλουν να πηγαίνετε στα ελληνικά σχολεία. Δε συμφωνώ καθόλου με αυτούς τους ανθρώπους. Μακάρι να μπορούσα να σε βοηθήσω φέρνοντας φαγητό, ρούχα και οτιδήποτε άλλο χρειάζεστε, να σας βοηθήσω να πάτε σε κάποιο σπίτι για να μείνετε… Όμως είμαι κι εγώ ένα παιδί, δεν μπορώ να καταφέρω κάτι μόνη μου. Κανένας όμως δε μου είπε ότι δεν μπορώ να τα καταφέρω μαζί με άλλους ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους σε ηλικία, οι οποίοι καταλαβαίνουν την αξία σας. Σου υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω.


Βασιλική Σπανουδάκη
Τμήμα Α'4

Γράμμα προς ένα προσφυγόπουλο

Αγαπητή μου φίλη,
θέλω να σε καλωσορίσω στην πατρίδα μας. Καταλαβαίνω τι περνάς. Έρχεσαι από μια χώρα που γίνεται πόλεμος και ίσως να έχεις χάσει τους γονείς σου. Όμως εμείς εδώ, στην Ελλάδα, δεχόμαστε κάθε ξένο και βασανισμένο άνθρωπο και κάνουμε το παν για να ανακουφίσουμε τον πόνο του. Έτσι και η πατρίδα μας υποδέχεται και εσένα αλλά και κάθε άλλο προσφυγόπουλο με ανοιχτή αγκαλιά.
    Ελπίζω όλοι οι πρόσφυγες, μικροί και μεγάλοι, να νιώσετε ευπρόσδεκτοι εδώ στην Ελλάδα. Επίσης εύχομαι να ζήσουμε όλοι αρμονικά και να μπορέσεις και εσύ να μορφωθείς, να ζήσεις με αξιοπρέπεια στην κοινωνία μας, την οποία εύχομαι να αγαπήσεις, και να ευτυχήσεις στη ζωή σου.

                                                                                                                             Κατερίνα Παπαλέξη
                                                                                                                             Α4

Γράμμα σε ένα προσφυγόπουλο.


Αγαπητέ μου φίλε,



Είσαι ένα γενναίο παιδί με μεγάλες αντοχές διότι έχεις ζήσει πολέμους και έχεις αντιμετωπίσει πόνους και φόβους.Έχεις επιβιώσει μετά από τρομερές καταστάσεις και να είσαι ευγνώμων για αυτό.Δεν συγκρίνεσαι με άλλα παιδιά γιατί εσύ έχεις χάσει τα πάντα,την οικογένεια σου,το σπίτι σου.Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι ζείς και ειδικά σε μια τέτοια ηλικία στην οποία δεν έπαιξες με φίλους όσο ήθελες και ήσουν κλεισμένος κάπου πεινασμένος και φοβισμένος για την ζωή σου.Στα περιπλανητικά ταξίδια που κάνεις σε διάφορες χώρες είμαι σίγουρη πως έχεις αντικρίσει εχθρικά βλέμματα και έχεις ακούσει προσβλητικές λέξεις για εσένα.Όμως ένα πράγμα έχω να σου πω...μην τα παρατήσεις ποτέ γιατί έχεις φτάσει μέχρι εδώ με μεγάλο κόπο και αντοχή αλλά παρά τις δυσκολίες είσαι ακόμα ζωντανός.


                                                           Με αγάπη, η φίλη σου
                                                      

                                                        Μαριάννα Ποσνακίδου Α4

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Ένα γράμμα σε ένα προσφυγόπουλο

Αγαπητό μου προσφυγόπουλο,
δεν ξέρω ποιος είσαι , αλλά ξέρω τι περνάς. Ξέρω πως αισθάνεσαι όταν ο κόσμος γύρω σου δεν σε αποδέχεται και δεν σε υπολογίζει.Σου στέλνω αυτό το γράμμα , μικρό προσφυγόπουλο, για να σου πω ότι κανείς σ’αυτή τη ζωή δεν είναι τέλειος.Όλοι έχουν προβλήματα...Μπορεί να μην το καταλαβαίνεις αλλά ο καθένας γύρω σου έχει προβλήματα και αντιμετωπίζει δυσκολίες.Ακόμη και εγώ..Δεν σημαίνει ότι επειδή δεν είμαι πρόσφυγας ή μετανάστης ή άτομο με ειδικές ανάγκες δεν αντιμετωπίζω δυσκολίες στην ζωή.Χωρίς να το θέλουμε ο κόσμος γύρω μας είναι σκληρός και οι άνθρωποι κατακρίνουν τα πάντα.Εσύ μπορείς να το αλλάξεις αυτό!Μία μικρή προσπάθεια από τον καθένα αρκεί.Βγες έξω!Μίλα!Πες τους αυτά που νιώθεις!Πες τους πως να μην είναι ρατσιστές!Αν όλοι προσπαθήσουν λίγο, θα έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα!Και όταν λέω όλοι εννοώ και εγώ!Θα το πω σε όλους μου τους φίλους και στους συγγενείς μου και αυτοί με την σειρά τους θα το πουν σε άλλους και έτσι θα φτιάξουμε μία ομάδα που αν συνεργαστούμε όλοι μεταξύ μας, θα τα καταφέρουμε!!Ελπίζω για το καλύτερο!!Αυτά είχα να σου πω αγαπητό μου προσφυγόπουλο..Να προσέχεις..!

Με αγάπη
μια κοπέλα που σε καταλαβαίνει


Κατερίνα Τσικούρα Α4

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2016

Η Έλλη
Ένας προληπτικός άνθρωπος

Ένας άνθρωπος που πιστεύει σε φαντάσματα και στην γρουσουζιά είναι η φίλη μου η Έλλη. Η Έλλη είναι υπερβολικά προληπτικός άνθρωπος.
  Για να σας κάνω να καταλάβετε, πέρυσι το Καλοκαίρι, στην Πάρο, είχα πάει με την Έλλη στο νεκροταφείο της Μάρπησσας για να χαζέψουμε τους τάφους και να κουτσομπολέψουμε τα ονόματά και τις ηλικίες. Δεν είχαμε κοιτάξει πολλές ταφόπλακες μόλις έπεσε το μάτι μας σε έναν στολισμένο και μεγάλο τάφο. Κοιτάξαμε το όνομα που έγραφε, "Μαρία Τριβιζά". Αμέσως κοίταξα την Έλλη που είχε το αμήχανο βλέμμα της καρφωμένο στον τάφο . Έτσι λένε την γιαγιά της, όμως αυτή ζει! Γύρισε και με κοίταξε κατατρομαγμένη. Δεν ξέρω πόση ώρα προσπαθούσα να την συνεφέρω λέγοντάς της ότι και το όνομα "Μαρία" και το επώνυμο "Τριβιζά" ήταν πάρα πολύ συνηθισμένα στην Πάρο. 'Οταν κάπως συνήλθε, μου εξήγησε ότι η γιαγιά της είναι 75 ετών. Την ίδια στιγμή κοίταξα τον τάφο. Κατάλαβα! Η ταφόπλακα έλεγε "76 ετών". Ξανακοίταξα την Έλλη. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να την κάνω να βρει τη μιλιά της, αφού είχε κιόλας σκοτινιάσει. Πήγαμε να ρίξουμε μία τελευταία ματιά στο όνομα μόλις είδα ότι η φωτογραφία αυτής της γυναίκας είχε σβηστεί από τον καιρό. Όσο πιο γρήγορα μπορούσα την τράβηξα από το μανίκι πριν προλάβει να δει την ξεθωριασμένη φωτογραφία. Όμως δεν πρόλαβα! Την είχε κιόλας αντικρίσει. Είχα θυμώσει λίγο γιατί είχε πάει ήδη αργά και ήμουνα έτοιμη να φύγω μόνη μου. Όμως άλλαξα αμέσως απόφαση όταν είδα να κοιτάζει τον τάφο με αυτό το βλέμμα. Εξάλλου ξέρω τι παθαίνει η Έλλη όταν θυμώνει ή μένει μόνη της πάνω από 5 λεπτά. Της ακούμπησα τον ώμο και της έκανα νόημα να φύγουμε. Αφού έγνεψε καταφατικά και την σήκωσα από τις παγωμένες πέτρες που καθόταν πετάχτηκε λίγο πιο πέρα μια μαύρη γάτα. Αναστέναξα βαθιά. Τώρα δεν θα φεύγαμε ποτέ από εδώ! Ευτυχώς η τύχη ήρθε επιτέλους με το μέρος μου. Ακούστηκε ένας περίεργος θόρυβος από πίσω μας. Στην αρχή τρόμαξα. Γυρίσαμε πίσω σχεδόν ταυτόχρονα. Είδαμε την μεγάλη πόρτα του νεκροταφείου να κουνιέται και να τρίζει από τον αέρα. Φυσικά η Έλλη νόμιζε ότι υπάρχουν φαντάσματα. Με τράβηξε από το χέρι και αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Είχαμε αρχίσει να νυστάζουμε. Μερικές φορές πήγαμε να πέσουμε κάτω και να μας πατήσουν μερικά αυτοκίνητα, αφού δεν φαινόμασταν στο σκοτάδι.
  Αυτή ήταν μία από τις εκατομμύριο περιπέτειές μας εξαιτίας της Έλλης. Όπως με το σπασμένο καθρεφτάκι της και με την αξέχαστη εμπειρία μου επειδή έχυσα το αλάτι στο τραπέζι. Έκανα 2 ώρες μπάνιο μέχρι να βγάλω όλο το αλάτι που μου έριξε στην πλάτη και στα μαλλιά.
  Δυστυχώς μάταιες οι προσπάθειές μου να τις αλλάξω γνώμη.




                                                                                                   Κατερίνα Παπαλέξη
                                                                                                          Τμήμα: Α4

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ

Συνέχεια:

....Όταν έφτασε στο σπίτι, ο Κωνσταντής δεν ήταν εκέι. Ανακάλυψε, μάλιστα, ότι έλειπαν καναδυό αυγά.
Ο Κωνσταντής όταν ξύπνησε έφυγε αμέσως για να μην γίνεται βάρος στην κ.Δέσποινα. Πριν φύγει όμως είχε αφήσει ένα σημίωμα που έλεγε:

Σας ευχαριστω κ.Δέσποινα για όλα, όμως έπρεπε να φύγω. 
Δεν θέλω να γίνομαι βάρος.
 Σας εύχομαι Καλή Ανάσταση και να σας έχει ο Θεός πάντα καλα. 
Και πάλι σας ευχαριστώ!

                                                                                          Κωνσταντής

  Η κ.Δέσποινα μόλις διάβασε το γράμμα συγκινήθηκε. Ο εγγονός της, που τόσο πολύ αγαπούσε, ποτέ δεν της είχε μιλήσει έτσι. Τέλος δίπλωσε το γράμμα και το έβαλε σε ένα μικρό συρταράκι στο κομοδίνο της.
  Ο Κωνσταντής δεν ξέρουμε τι απέγινε. Ποτέ δεν άκουσε κανένας γι'αυτόν. Όσο για την κ.Δέσποινα κράτησε μία ανάμνηση που ποτέ της δεν ξέχασε.





                                                                                                                         Κατερίνα Παπαλέξη
                                                                                                                                        Τμήμα: Α4

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Περιγραφή μιας εικόνας που δημιούργησε ο Banksy



Σε αυτή την εικόνα βλέπουμε ένα παιδί να φτιάχνει ρούχα και δίπλα του είναι γραμμένα τα εξής λόγια: “I make dresses. I’ll never wear. Αυτή η εικόνα μας δείχνει πόσο σκληρά ζουν τα παιδιά κυρίως σε χώρες της Ανατολής. Σε εκείνες τις χώρες τα πιο πολλά παιδιά δεν πάνε σχολείο αλλά εργάζονται σε εργοστάσια. Στα εργοστάσια αυτά οι ιδιοκτήτες τα κακομεταχειρίζονται και δεν τα πληρώνουν καλά. Κυρίως μέχρι τα παιδιά να μάθουν τη δουλειά δεν τα πληρώνουν καθόλου. Η ζωή εκείνων των παιδιών είναι γεμάτη με βάσανα και το μέλλον τους φαίνεται δύσκολο. Γι’αυτό ακριβώς με τα λόγια που λέει το παιδάκι της εικόνας εννοεί ότι φτιάχνει φορέματα αλλά δε θα έχει ποτέ τη δυνατότητα να φορέσει φορέματα. Κατά τη γνώμη μου θα πρέπει όλοι να αγωνιστούμε για να σταματήσει αυτή η παιδική εκμετάλλευση καθώς όλα τα παιδιά έχουν δικαίωμα για μια καλή ζωή και δεν πρέπει να τους το στερεί κανείς.




Βασιλική Σπανουδάκη
Τμήμα Α4